Εικόνες – βίντεο 2

Η ΤΑΙΝΙΑ ΤΩΝ 16mm ΠΟΥ ΔΙΧΑΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Με τιμή εκκίνησης το ένα εκατομμύριο δολάρια τίθεται σε διαδικτυακή δημοπρασία ένα από τα πιο διάσημα καρέ της δημοφιλούς ασπρόμαυρης ταινίας διάρκειας 17 λεπτών «Alien Autopsy: Fact or Fiction».

Aliens with large black eyes killed 23 soldiers after UFO crash' — SHOCK  CIA report - Daily Star

Η NFT εικόνα που πωλείται μέσω του οίκου δημοπρασιών ψηφιακής τέχνης Rarible, προέρχεται από το πασίγνωστο ντοκιμαντέρ που ισχυρίζεται ότι κατέγραψε μια πραγματική αυτοψία εξωγήινων στο περίφημο Συμβάν του Ρόσγουελ. Τότε, ένα ξένο φερόμενο πτώμα ανακτήθηκε από ένα άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο που συνετρίβη στην έρημο κοντά στο Ρόσγουελ του Νέου Μεξικού τον Ιούλιο του 1947.

νεκροψία του εξωγήινου από το Roswell original video

Σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό, επρόκειτο για ένα υψίστης μυστικότητας ερευνητικό μπαλόνι, ωστόσο σύμφωνα με διάφορους ερευνητές και αυτόπτες μάρτυρες, ήταν ένα εξωγήινο σκάφος. Η νεκροψία του ξένου σώματος φέρεται να πραγματοποιήθηκε από παθολόγους που ήταν συνδεδεμένοι με τον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η εικόνα, η οποία λήφθηκε από ασπρόμαυρο φωτογραφικό αρνητικό, υποτίθεται πως δείχνει το πλήρες σώμα ενός αποθανόντος εξωγήινου όντος, που είναι τοποθετημένο πάνω σε ένα ιατρικό τραπέζι.

Η συγκεκριμένη NFT φωτογραφία του φερόμενου ως εξωγήινου, έχει τεθεί προς πώληση από τον άνδρα που ισχυρίζεται τώρα ότι κατέχει το πρωτότυπο βίντεο αυτοψίας, τον τηλεοπτικό παραγωγό Ray Santilli με έδρα το Λονδίνο. Έχει ορίσει τιμή ανοίγματος της δημοπρασίας 1 εκατομμύριο δολάρια, ενώ δεν πρόκειται να υπάρξει άλλο αντίτυπο, αυτό θα είναι το μοναδικό.

Μάλιστα, ο πλειοδότης θα λάβει όλα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας στην ψηφιακή εκτύπωση, καθώς και το πραγματικό φυσικό αντίγραφο του πλαισίου ταινίας 16 mm από το οποίο ελήφθη. Επίσης, θα λάβει ένα αντίγραφο ενός υπομνήματος που κυκλοφόρησε το 2019, το οποίο υποτίθεται ότι προσφέρει απόδειξη από έναν “επιστήμονα της CIA” ότι η αυτοψία του εξωγήινου έγινε στην πραγματικότητα και ότι η εν λόγω εικόνα είναι αληθινή.

Alien autopsy: Spyros Melaris admits Roswell Incident film hoax

Σημειώνεται πως το ζήτημα της αυθεντικότητας του φίλμ έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το 1995, τα πλάνα της ταινίας “Alien Autopsy: Fact or Fiction” μεταδόθηκαν στο Fox, ενώ το 2006, o ίδιος ο Santilli παραδέχθηκε ότι το υλικό είχε ανασυγκροτηθεί απ’ αυτό που είδε στο παρελθόν και ότι μόνο λίγα καρέ προέρχονταν από την αυθεντική ταινία του 1947, την οποία λέει πως κατέχει.

Την ίδια χρονιά, ο σχεδιαστής ειδικών εφέ Τζον Χάμφρεϊς ισχυρίστηκε ότι είχε δημιουργήσει τη φιγούρα στο βίντεο και ότι ο ίδιος εμφανίστηκε στην ταινία ως ένας από τους ιατροδικαστές, σύμφωνα με το Live Science, ενώ το 2017 ο κινηματογραφιστής Σπύρος Μελάρης δήλωσε ότι η ταινία γυρίστηκε στο σπίτι του στο Λονδίνο, με την εξωγήινη φιγούρα να έχει γεμιστεί με όργανα από ζώα.

Spyros Melaris behind infamous 'alien autopsy' video finally reveals the  truth behind it | Metro News

Το 2019 έκθεση ενός -πλέον ανενεργού- ιδιωτικού ερευνητικού οργανισμού για εξωγήινους υποστήριξε ότι πρώην επιστημονικός συνεργάτης της CIA, ο Κιτ Γκριν, εξέτασε τα δεδομένα και κατέληξε στο συμπέρασμα η ταινία είναι αυθεντική, ο εξωγήινος υπαρκτός και η νεκροψία κανονική και όχι δημιούργημα εφέ.

Ο ιδιοκτήτης του υλικού, Ray Santilli, σε δηλώσεις του αναφέρει ότι αυτό είναι «πιστοποιημένο» και από την CIA. Ο Santilli αναφέρει ότι πήρε το υλικό αυτό από έναν Αμερικάνο συνταξιούχο στρατιωτικό το 1992. «Έχω ζήσει με αυτό το φιλμ και με την ιστορία που περιβάλει εδώ και 30 χρόνια. Πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος της τεχνολογίας που έχουμε σήμερα ξεκίνησε το 1947, όταν το UFO έπεσε στο Roswell» είπε χαρακτηριστικά. Να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο βίντεο είναι ένα από τα πιο «ιερά» αντικείμενα των «κυνηγών» εξωγήινων, αφού σύμφωνα με αυτούς επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ζωής στο διάστημα.

Ο βρετανός παραγωγός, Σπύρος Μελάρης αποκάλυψε σε μια εκπομπή που παρουσιάστηκε στις 24 Σεπτεμβρίου στο Leicester Square Theatre στο Λονδίνο ότι ήταν πίσω από τη μαγνητοσκόπηση του ασπρόμαυρου βίντεο που έγινε το 1995 αντί του 1947, σύμφωνα με την εφημερίδα Daily Mail.

Σύμφωνα με τον Μελάρη, η βιντεοσκόπηση έγινε σε ένα διαμέρισμα στην καρδιά της βρετανικής πρωτεύουσας. Το εξωγήινο «πτώμα» δημιουργήθηκε από τον γλύπτη Τζον Χάμφρεϊς, μαέστρου στα ειδικά εφέ ο οποίος εργαζόταν επίσης και στην θρυλική σειρά του BBC «Doctor Who».

 

 

 

 


 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ BURGER

Τι σημαίνει πλέον για την κοινωνία αυτό το θαύμα από ψωμάκι και κρέας, δηλαδή το burger;

Πόσοι τόνοι ιστορίας χωράνε ανάμεσα από δύο ψωμάκια;

Το χάμπουργκερ είναι ένα από τα σύμβολα του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού. Οι πρώτες καταβολές του, όμως, ανιχνεύονται στη Μογγολία του Τζένγκις Χαν...Δεν είναι παράξενο όμως; Τόση πολύ ιστορία σε ένα τόσο μικρό πράγμα; Κι όμως…

Πόση ιστορία χωράει ανάμεσα από δύο ψωμάκια; Μπόλικη πίστεψε με…

Το Χάμπουργκερ είναι το σήμα κατατεθέν της γρήγορης μαζικής εστίασης (fast food) και ένα από τα σύμβολα του αμερικάνικου πολιτιστικού ιμπεριαλισμού. Πρόκειται για ένα αμφίψωμο (σάντουιτς ελληνιστί) με ψητό η βραστό βοδινό, που σερβίρεται με λαχανικά και διάφορα καρυκεύματα (κέτσαπ, μουστάρδα κ.ά.).

Ποιος δεν έχει δοκιμάσει έστω και μία φορά στη ζωή του ένα τέτοιο πραγματάκι; Το hamburger είναι το πιτόγυρο της Αμερικής, είναι το φαγητό που έκανε όλο τον κόσμο να στραφεί προς το γρήγορο φαγητό. Το hamburger είναι η μέκα του junk food. Αυτό, μας αρέσει ή όχι, είναι ένα γεγονός.

Οι πρώτες καταβολές του χάμπουργκερ ανιχνεύονται στη Μογγολία του Τζένγκις Χαν. Ποιος θα το φανταζόταν σήμερα αυτό το δεδομένο;

Ήταν βολικό για τους στρατιώτες της Χρυσής Ορδής να τρώνε με το ένα χέρι και με το άλλο να ιππεύουν. Αυτή ήταν και η αρχή του πρώτου hamburger.

Η συνταγή πρέπει να πέρασε δια μέσου των Ρώσων στη Δυτική Ευρώπη και στις αρχές του 19ου αιώνα τη συναντάμε στη Γερμανία και συγκεκριμένα στο μεγάλο λιμάνι του Αμβούργου (Hamburg), ως Rundstuck Warm, αποτελούμενο από φέτες ψωμιού με ψητό μπιφτέκι χοιρινού ή ως Brotchen με μπιφτέκι βοδινού.

 

Μερικές δεκαετίας αργότερα έφθασε στην Αμερική από γερμανούς μετανάστες, όπου έμελλε να δοξαστεί. Στο Νέο Κόσμο επεκράτησε η εκδοχή του βοδινού κρέατος, που υπήρχε σε αφθονία, και το σάντουιτς πήρε την ονομασία Χάμπουργκερ (Hamburger), δηλαδή εκ του Αμβούργου προερχόμενο. Για πρώτη φορά, η λέξη χάμπουργκερ αναφέρεται στις 5 Ιανουαρίου 1889 στην εφημερίδα της Ουάσινγκτον Walla Walla Union, όπως μας πληροφορεί το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης.

 

Από εκεί και πέρα πολλοί ερίζουν για την πρωτιά του χάμπουργκερ στις ΗΠΑ. Ο Τσάρλι Ναγκρίν θεωρούσε ότι αυτός σέρβιρε πρώτος χάμπουργκερ το 1885 στο πανηγύρι του Σέιμουρ στο Ουισκόνσιν. Την ίδια χρονιά, οι αδελφοί Μέντσις από το Χάμπουργκ της Νέας Υόρκης πουλούσαν τα δικά τους χάμπουργκερ στο τοπικό πανηγύρι. Το ονόμασαν Χάμπουργκ Σάντουιτς και ως καρυκεύματα χρησιμοποιούσαν κόκκους καφέ και μαύρη ζάχαρη. Πολλοί ιστορικοί της διατροφής θεωρούν τη συνταγή των Μέντσις ως την πρώτη αυθεντικά αμερικανική.

 

Ο παντοπώλης Φλέτσερ Ντέιβις από την Αθήνα του Τέξας διεκδικεί και αυτός τον τίτλο, έπειτα από ένα δημοσίευμα των Τάιμς της Νέας Υόρκης το 1974 και έρευνα της μεγάλης αλυσίδας φαστ-φουντ McDonald’s. Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2006 η Βουλή του Τέξας ανακήρυξε την Αθήνα Πρωτεύουσα του Χάμπουργκερ. Τελευταίος στη σειρά των διεκδικητών ο Λούις Λάσεν, που διατηρούσε σαντουιτσάδικο στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ

 

Το 1906, ο σπουδαίος αμερικανός συγγραφέας Άπτον Σινκλέρ δημοσίευσε το περίφημο μυθιστόρημά του Η Ζούγκλα (εκδόσεις Γράμματα), που μεταξύ άλλων αποκάλυπτε τις άθλιες συνθήκες υγιεινής στα αμερικανικά σφαγεία. Αυτό ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από την πλευρά των καταναλωτών και ανάγκασε την κυβέρνηση να λάβει μέτρα.

 

Την επιφυλακτικότητα του αμερικανικού κοινού φρόντισε να διαλύσει στη δεκαετία του ’20 η πρώτη αλυσίδα φαστ-φουντ White Castle, με μια μεγάλη καμπάνια δημοσίων σχέσεων, που επέβαλε το χάμπουργκερ σε μια Αμερική που επιτάχυνε τους ρυθμούς της. Μάλιστα, προς στιγμή, του άλλαξε το όνομα του σε σόλσμπερι στέικ (Salisbury steak), εξαιτίας των αντιγερμανικών αισθημάτων που επικρατούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε λίγα χρόνια μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου χάθηκαν πολλές ζωές Αμερικανών. Ο όρος, τελικά, δεν επικράτησε. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δουλειά της McDonald’s, που διέδωσε το χάμπουργκερ σε όλο τον κόσμο, εκτός από την Ελλάδα (Goody’s) και το Βέλγιο.

Ιστορίες της covid εποχής. Ινδία , οι συλλέκτες πτωμάτων

Στην Ινδία εκατοντάδες ασθενοφόρα έχουν πλέον επωμιστεί τον ρόλο της συλλογής των πτωμάτων. Εκατοντάδες άτομα πεθαίνουν στα σπίτια τους χωρίς βοήθεια και οι ουρές στα αποτεφρωτήρια είναι τεράστιες

Νέο Δέλχι. Έξω από το νεόδμητο κέντρο αντιμετώπισης κοροναϊού το πτώμα μιας 55χρονης γυναίκας κείτεται στο πεζοδρόμιο. Η 32χρονη κόρη της και ο έφηβος εγγονός της στέκονται δίπλα στο σώμα. Κλαίνε και κρατούν το άψυχο χέρι της. Θα πρέπει να περιμένουν περίπου μια ώρα πριν φτάσει το ασθενοφόρο. Τρεις άντρες βγαίνουν και φορούν τις ειδικές προστατευτικές στολές.

«Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια τις τελευταίες εβδομάδες. Πλέον έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον θάνατο» λέει ο Ντιπού, οδηγός του ασθενοφόρου.

Πριν την πανδημία απλά μετέφερε ασθενεις στο νοσοκομείο. Πλέον, μετά το τεράστιο ξέσπασμα της πανδημίας στην Ινδία, είναι ένας από τους εκατοντάδες «συλλέκτες πτωμάτων».

Η κατάσταση στη χώρα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και πολλοί ασθενείς όχι μόνο δεν μπορούν να βρουν κρεβάτι σε κάποιο νοσοκομείο αλλά ούτε καν οξυγόνο. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει άλλη λύση από την κατ’ οίκον νοσηλεία. Χιλιάδες άτομα δίνουν μάχη με τον κοροναϊό στο σπίτι τους κάτω από άθλιες συνθήκες και με ελάχιστη βοήθεια.

Η Ινδία καταγράφει χιλιάδες θανάτους καθημερινά και εκατοντάδες χιλιάδες κρούσματα. Πλέον βρίσκεται μόνο πίσω από τις ΗΠΑ στη σχετική λίστα και θεωρείται βέβαιο ότι θα την ξεπεράσει. Μάλιστα οι ειδικοί θεωρούν ότι τα επίσημα νούμερα που δίνει η Ινδία είναι λιγότερα από τα πραγματικά λόγω κακής οργάνωσης και του χάους που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή στο σύστημα υγείας.

Η εικόνα με οικογένειες να φέρνουν πτώματα έξω από τα κέντρα Covid είναι καθημερινό φαινόμενο. «Δεν μπορούσαμε να βρούμε οξυγόνο και κανένα νοσοκομείο δεν είχε κρεβάτι για να την εισάγει» λέει, με δάκρυα στα μάτια, ο εγγονός της 55χρονης.

Η κόρη της παίρνει μια πέτρα και σπάζει τα βραχιόλια της νεκρής. Είναι μια παράδοση στην Ινδία. Ο Ντιπού και η ομάδα του ετοιμάζουν έναν πλαστικό σάκο. Ρίχνουν απολυμαντικό στο σώμα, το βάζουν στον σάκο και το μεταφέρουν στο ασθενοφόρο.

«Θα το μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο. Κάθε μέρα μαζεύουμε έξι-επτά πτώματα, κυρίως από σπίτια. Πολλά από αυτά δεν είναι επιβεβαιωμένες περιπτώσεις θανάτου από Covid. Τα καταγράφουμε ως απλούς θανάτους. Το σώμα πρέπει να εξεταστεί για να εξακριβωθεί αν ο θάνατος επήλθε από τον ιό» λέει ο Ντιπού. Η 55χρονη καταγράφηκε ως «πιθανός θάνατος από Covid» και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο σημείο αποτέφρωσης.

Έξω από το Δελχί βρίσκεται το μεγαλύτερο αποτεφρωτήριο της πόλης. Ένας άλλος οδηγός ασθενοφόρου, ο Μοχσίν περιμένει καπνίζοντας. «Φέρνουμε πτώματα συνέχεια αλλά το μέρος είναι γεμάτο και η αναμονή είναι τουλάχιστον 4-5 ώρες» λέει.

Δίπλα του μια νεαρή γυναίκα κλαίει και του δείχνει έναν από τους σάκους. «Μπορείς να τους κλείσεις τα μάτια;» του ζητά. Είναι η Παγιάλ και μέσα στον σάκο βρίσκεται ο άντρας της. Παντρεύτηκαν μερικές εβδομάδες πριν.

Ο Μοχσίν πετάει το τσιγάρο και απαντά σε ήρεμο τόνο. Είναι φανερό πως πλέον έχει συνηθίσει αυτή την κατάσταση.

इस गोताखोर के नाम दर्ज है अनोखा रिकॉर्ड, हैरान हो जाएंगे आप

«Αυτό δεν είναι δυνατό κυρία μου. Κάνουμε αυτή τη δουλειά κάθε μέρα. Αν τα μάτια του δεν έκλεισαν μέσα στα πρώτα 15 λεπτά από τον θάνατο του τότε μένουν ανοιχτά. Επιπλέον δεν γίνεται να ανοίξουμε τον σάκο» λέει στην Παγιάλ η οποία φεύγει κλαίγοντας με λυγμούς.

Ο Μοχσίν δουλεύει σε μεγαλύτερο νοσοκομείο του Νέου Δελχί. Ενώ μιλά με άλλους οδηγούς το κινητό του δεν σταματά να χτυπά. «Πλέον όλα αυτά τα ασθενοφόρα μεταφέρουν νεκρούς στο κρεματόριο. Κάθε μέρα υπάρχει μια τεράστια ουρά εδώ και πρέπει να περιμένουν για ώρες. Για εμάς είναι ένας τρόπος να ξεκουραστούμε λίγο από το χάος που κυριαρχεί στην πόλη.

Δεν μπαίνω ποτέ μέσα στο κρεματόριο. Κάθομαι εδώ και περιμένω στην πύλη. Δεν θέλω να δω τις τελευταίες στιγμές ενός ανθρώπου» λέει και προσθέτει: «Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν στα σπίτια τους. Στα νοσοκομεία δεν υπάρχουν κρεβάτια. Αρκετές φορές αντιμετωπίζουμε την οργή των συγγενών των ανθρώπων που έχουν πεθάνει. Μας λένε ότι οι γιατροί δεν σηκώνουν ποτέ τα τηλέφωνα τους και στην ώρα τους έρχονται μόνο τα ασθενοφόρα που παραλαμβάνουν τα πτώματα».

gotakhor - Twitter Search

Επιβεβαιώνει πως τα πτώματα που παραλαμβάνουν από τα σπίτια τα καταγράφουν ως κανονικούς θανάτους, ακόμα και αν είναι ξεκάθαρο ότι έχουν πεθάνει από κοροναϊό.

Συγκινημένος από το κλάμα της Παγιάλ ο Μοχσίν ζητά από έναν υπεύθυνο να επισπεύσουν την αποτέφρωση του πτώματος του συζύγου της για να ηρεμήσει. Τελικά η διαδικασία επισπεύδεται και το πτώμα αποτεφρώνεται δύο ώρες νωρίτερα. «Πρέπει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους σε αυτή την περίοδο. Όλοι χάνουν κάποιον και είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε» λέει ο Μοχσίν.

Την ίδια ώρα έξω από το νοσοκομείο LNJP μια μεσήλικη κυρία κάθεται σε ένα ασθενοφόρο και κρατά το χέρι της άρρωστης μητέρας της. Διαγνώστηκε με κοροναϊό πριν από λίγες μέρες και τα επίπεδα του οξυγόνου της πέφτουν με γρήγορους ρυθμούς. Έχει ανάγκη άμεσα από βοήθεια. Ο γιός της άρρωστης γυναίκας έχει πάει ήδη μέσα στο νοσοκομείο με την ελπίδα να βρει κρεβάτι.

Όταν βγαίνει η μητέρα του έχει χάσει πλέον τη μάχη. Τα επίπεδα οξυγόνου έπεσαν παρά πολύ και έσβησε μέσα στο ασθενοφόρο.

Κερδίζοντας από το θάνατο - Η αντιμετώπιση της πανδημίας από τον Μόντι στη νεοφιλελεύθερη Ινδία - Tithi Bhattacharya

Ο οδηγός είναι ο Μπουντχιράζ. Μαζί με την ομάδα του ξεκινούν την προβλεπόμενη διαδικασία. Απολύμανση, σάκος και μεταφορά στο αποτεφρωτήριο. Όταν φτάνουν τους λένε ότι θα πρέπει να περιμένουν το λιγότερο έξι ώρες. Τα πτώματα είναι πάρα πολλά και η αναμονή τεράστια.

«Είναι δύσκολη δουλειά. Δεν μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο στενοχωρημένο. Δεν είμαι μορφωμένος ούτε πολύ έξυπνος όμως όταν βλέπω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου νιώθω όμορφα που μπορώ και βοηθώ έστω με αυτό τον τρόπο άλλες οικογένειες» λέει ο Μπουντχιράζ.

 

 

 

 

ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΙΟ ΤΑΡΑΓΜΕΝΗΣ ΙΕΡΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η Ιερουσαλήμ είναι μια από τις πιο παλιές πόλεις στον κόσμο και μια από τις πόλεις για τις οποίες έχει χυθεί πολύ αίμα προκειμένου να κατακτηθούν.Για όσους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή, ήταν σαφές ότι πλησίαζε η πιο επικίνδυνη στιγμή εδώ και χρόνια στην ταραγμένη ιστορία της Ιερουσαλήμ.

Το ιερό Όρος του Ναού

Το Τέμενος του Αλ Ακσά είναι ένα ισλαμικό τέμενος που μαζί με τον Θόλο του Βράχου βρίσκονται στο Όρος του Ναού, σημαντικός θρησκευτικός χώρος για τους Εβραίους, τους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους.

Σύμφωνα με την μουσουλμανική παράδοση ο Προφήτης Μωάμεθ μεταφέρθηκε από την Μέκκα στο Αλ Ακσά μέσα στη διάρκεια μιας νύχτας.

Στον ιουδαϊσμό, το βουνό θεωρείται ως το μέρος το οποίο διάλεξε ο Θεός για να αναπαυθεί η θεϊκή παρουσία.

Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο βασιλιάς Δαβίδ κατέλαβε την Ιερουσαλήμ από τους Ιεβουσαίους το 1.000 π.Χ περίπου. Μετέφερε την έδρα της κυβέρνησής του στην Ιερουσαλήμ και την έκανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Ο Σολομών, ο γιός του Δαβίδ, μετέτρεψε την Ιερουσαλήμ σε κέντρο του Ιουδαϊσμού.

Ιερουσαλήμ, η πόλη του Δαβίδ

Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο βασιλιάς Δαβίδ κατέλαβε την Ιερουσαλήμ από τους Ιεβουσαίους το 1.000 π.Χ περίπου. Μετέφερε την έδρα της κυβέρνησής του στην Ιερουσαλήμ και την έκανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Ο Σολομών, ο γιός του Δαβίδ, μετέτρεψε την Ιερουσαλήμ σε κέντρο του Ιουδαϊσμού.

Η πόλη πέρασε στα χέρια των Βαβυλωνίων το 586 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε μαζί με τον ναό του Σολομώντα. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή των Περσών. Μετά την κατάληψη της πόλης από τον Κύρο ΙΙ δίνεται η άδεια στους Εβραίους να επιστρέψουν από την εξορία και να ξαναχτίσουν το ναό.

Η κυριαρχία των Περσών

Η πόλη πέρασε στα χέρια των Βαβυλωνίων το 586 π.Χ. οπότε και καταστράφηκε μαζί με τον ναό του Σολομώντα. Στη συνέχεια πέρασε στην κατοχή των Περσών. Μετά την κατάληψη της πόλης από τον Κύρο ΙΙ δίνεται η άδεια στους Εβραίους να επιστρέψουν από την εξορία και να ξαναχτίσουν το ναό.

Από το 63 π.Χ. η Ιερουσαλήμ βρίσκεται υπό ρωμαϊκή κατοχή. Το 66 π.Χ. προβάλλεται αντίσταση και ξεσπά ο Ιουδαϊκός Πόλεμος. Τελειώνει τέσσερα χρόνια αργότερα με τη νίκη των Ρωμαίων και την καταστροφή εκ νέου του ναού της Ιερουσαλήμ. Ρωμαίοι και Βυζαντινοί κατέχουν για 700 χρόνια περίπου την περιοχή της Παλαιστίνης.

Υπό τη Ρώμη και το Βυζάντιο

Από το 63 π.Χ. η Ιερουσαλήμ βρίσκεται υπό ρωμαϊκή κατοχή. Το 66 π.Χ. προβάλλεται αντίσταση και ξεσπά ο Ιουδαϊκός Πόλεμος. Τελειώνει τέσσερα χρόνια αργότερα με τη νίκη των Ρωμαίων και την καταστροφή εκ νέου του ναού της Ιερουσαλήμ. Ρωμαίοι και Βυζαντινοί κατέχουν για 700 χρόνια περίπου την περιοχή της Παλαιστίνης.

Από το 1070 οι Χριστιανοί αισθάνονται να απειλούνται ολοένα και περισσότερο. Ο Πάπας Ουρβανός Β κήρυξε την Α΄ Σταυροφορία με στόχο να έχουν πρόσβαση στους Αγίους Τόπους. Οι Ευρωπαίοι μέσα σε 200 χρόνια έκαναν συνολικά πέντε Σταυροφορίες. Το 1244 οι Σταυροφόροι ηττώνται οριστικά και τον έλεγχο ανακτούν οι Οθωμανοί.

Η εποχή των Σταυροφοριών

Από το 1070 οι Χριστιανοί αισθάνονται να απειλούνται ολοένα και περισσότερο. Ο Πάπας Ουρβανός Β κήρυξε την Α΄ Σταυροφορία με στόχο να έχουν πρόσβαση στους Αγίους Τόπους. Οι Ευρωπαίοι μέσα σε 200 χρόνια έκαναν συνολικά πέντε Σταυροφορίες. Το 1244 οι Σταυροφόροι ηττώνται οριστικά και τον έλεγχο ανακτούν οι Οθωμανοί.

Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου και του αραβικού κόσμου από τους Οθωμανούς, η Ιερουσαλήμ γίνεται το 1535 η διοικητική έδρα μιας οθωμανικής επαρχίας. Τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας υπάρχει ανάπτυξη στην πόλη. Το 1917 οι Βρετανοί κατακτούν την πόλη αναίμακτα από τους Οθωμανούς.

Οι Οθωμανοί και οι Βρετανοί

Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου και του αραβικού κόσμου από τους Οθωμανούς, η Ιερουσαλήμ γίνεται το 1535 η διοικητική έδρα μιας οθωμανικής επαρχίας. Τα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας υπάρχει ανάπτυξη στην πόλη. Το 1917 οι Βρετανοί κατακτούν την πόλη αναίμακτα από τους Οθωμανούς.

Μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί αποχωρούν από την Παλαιστίνη. Τα ΗΕ εγκρίνουν τη διαίρεση της πόλης για να δώσουν μια πατρίδα στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Μερικά αραβικά κράτη στρέφονται κατά του Ισραήλ και κατακτούν ένα μέρος της Ιερουσαλήμ. Μέχρι το 1967 η δυτική Ιερουσαλήμ βρίσκεται υπό ισραηλινή κατοχή και η ανατολική υπό την κατοχή της Ιορδανίας

H διαιρεμένη πόλη

Μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βρετανοί αποχωρούν από την Παλαιστίνη. Τα ΗΕ εγκρίνουν τη διαίρεση της πόλης για να δώσουν μια πατρίδα στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Μερικά αραβικά κράτη στρέφονται κατά του Ισραήλ και κατακτούν ένα μέρος της Ιερουσαλήμ. Μέχρι το 1967 η δυτική Ιερουσαλήμ βρίσκεται υπό ισραηλινή κατοχή και η ανατολική υπό την κατοχή της Ιορδανίας.

Το 1967 το Ισραήλ κάνει τον πόλεμο των έξι ημερών κατά της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας. Κατακτά το Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τα υψήπεδα του Γκολάν και την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Οι Ισραηλινοί αποκτούν πρόσβαση στο Τείχος των Δακρύων. Η Ανατολική Ιερουσαλήμ δεν προσαρτάται επίσημα αλλά εντάσσεται διοικητικά.

Η ανατολική Ιερουσαλήμ και πάλι στους Ισραηλινούς

Το 1967 το Ισραήλ κάνει τον πόλεμο των έξι ημερών κατά της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας. Κατακτά το Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τα υψήπεδα του Γκολάν και την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Οι Ισραηλινοί αποκτούν πρόσβαση στο Τείχος των Δακρύων. Η Ανατολική Ιερουσαλήμ δεν προσαρτάται επίσημα αλλά εντάσσεται διοικητικά.

Το Ισραήλ δεν αρνείται την πρόσβαση των μουσουλμάνων στην ιερή πόλη. Το Όρος του Ναού είναι μια αυτόνομη μουσουλμανική διοίκηση. Οι μουσουλμάνοι μπορούν να έχουν πρόσβαση και να προσεύχονται στο τέμενος Αλ-Ακσά και στον Τρούλο του Βράχου.

Προσκύνημα μουσουλμάνων στην Ιερουσαλήμ

Το Ισραήλ δεν αρνείται την πρόσβαση των μουσουλμάνων στην ιερή πόλη. Το Όρος του Ναού είναι μια αυτόνομη μουσουλμανική διοίκηση. Οι μουσουλμάνοι μπορούν να έχουν πρόσβαση και να προσεύχονται στο τέμενος Αλ-Ακσά και στον Τρούλο του Βράχου.

Η Ιερουσαλήμ είναι μέχρι σήμερα ένα αγκάθι για την ειρήνη ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Το 1980 το Ισραήλ κήρυξε την Ιερουσαλήμ 'αδιαίρετη και αιώνια πόλη'.Η Ιορδανία από το 1988 δεν προβάλλει εδαφικές αξιώσεις στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Τότε όμως ιδρύεται το κράτος της Παλαιστίνης που ανακηρύσσει την Ιερουσαλήμ σε σε πρωτεύουσά του.

Αδιευκρίνιστο μέχρι σήμερα το καθεστώς

Η Ιερουσαλήμ είναι μέχρι σήμερα ένα αγκάθι για την ειρήνη ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Το 1980 το Ισραήλ κήρυξε την Ιερουσαλήμ ‘αδιαίρετη και αιώνια πόλη’.Η Ιορδανία από το 1988 δεν προβάλλει εδαφικές αξιώσεις στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Τότε όμως ιδρύεται το κράτος της Παλαιστίνης που ανακηρύσσει την Ιερουσαλήμ σε σε πρωτεύουσά του.

H ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΟΥΕΖ 1956

Η κρίση στο Σουέζ το 1956 αποτελεί καμπή στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Μέσης Ανατολής. Δύο ισχυρές αποικιοκρατικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Βρετανία και η Γαλλία, σε συνεργασία με το Ισραήλ, επενέβησαν στρατιωτικά στην Αίγυπτο με σκοπό να ανατρέψουν τον νέο πρόεδρο της χώρας, Τζαμάλ Αμπντ αλ Νάσερ. Η κρίση γρήγορα έλαβε διεθνείς διαστάσεις και απείλησε την παγκόσμια ειρήνη. Τελικά υπό την πίεση των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης οι εισβολείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το εγχείρημά τους και να αποσυρθούν βαθιά ταπεινωμένοι.

i-krisi-toy-soyez-2018512
Πάνω, μέλη ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ περιπολούν στην Αίγυπτο, στο πλαίσιο αποστολής, την εποχή της κρίσης στο Σουέζ το 1956. Κάτω, καπνός ανεβαίνει από δεξαμενές πετρελαίου δίπλα στη διώρυγα του Σουέζ, χτυπημένες στη διάρκεια της πρώτης αγγλο-γαλλικής επίθεσης στο Πορτ Σάιντ, στις 5 Νοεμβρίου 1956.

Οι αιτίες της κρίσης βρίσκονται στην αντιπαράθεση των Αιγύπτιων εθνικιστών με τους Βρετανούς, η οποία κορυφώθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το καθεστώς των Ελεύθερων Αξιωματικών του Νάσερ απέβλεπε στην απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο, χωρίς όμως να διαρρήξει τις σχέσεις του με τη Δύση. Η Αίγυπτος δεν έπρεπε να ενταχθεί σ’ ένα αμυντικό σύμφωνο για τη Μέση Ανατολή, στο οποίο θα συμμετείχαν οι ΗΠΑ ή η Βρετανία, αφού στην αραβική κοινή γνώμη αυτό θα φαινόταν ως διαιώνιση της δυτικής κυριαρχίας. Από την άλλη, η συνεργασία των Αράβων με τη Δύση ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού, αλλά οι ίδιοι οι Αραβες θα καθόριζαν τον χρόνο και τον χαρακτήρα αυτής της συνεργασίας.

Η ίδρυση του Συμφώνου της Βαγδάτης με πρωτοβουλία της Βρετανίας τον Φεβρουάριο του 1955 προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στον Νάσερ. Η χώρα του έχανε την ευκαιρία να πρωταγωνιστήσει στις περιφερειακές εξελίξεις, η Μέση Ανατολή παρέμενε υπό βρετανικό έλεγχο, η προοπτική της αραβικής ενότητας απομακρυνόταν, αφού το Σύμφωνο συνέδεε αραβικά με μη αραβικά κράτη (το Ιράκ με την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν) και το ανταγωνιστικό προς την Αίγυπτο Ιράκ του αγγλόφιλου πρωθυπουργού Νούρι αλ Σαΐντ ενίσχυε τη θέση του στον αραβικό κόσμο. Η μόνη διέξοδος για τον Αιγύπτιο ηγέτη ήταν να εμπλακεί πιο δυναμικά στις αραβικές υποθέσεις και κυρίως να στραφεί προς τους Αδέσμευτους και τις κομμουνιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Ο Νάσερ στρέφεται προς τη Μόσχα αλλά και το Πεκίνο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1955 ο Νάσερ ανακοίνωσε τη συμφωνία αγοράς σοβιετικών οπλικών συστημάτων από την Τσεχοσλοβακία, προκαλώντας ενθουσιασμό στον αραβικό κόσμο και έντονη ανησυχία στη Δύση και το Ισραήλ. Για πρώτη φορά ένας Αραβας ηγέτης τολμούσε να ξεφύγει από τη δυτική κηδεμονία και να στραφεί ανοιχτά κατά του ιμπεριαλισμού. Για πρώτη φορά υπήρχε ο κίνδυνος να ανατραπεί η στρατιωτική ισορροπία στη Μέση Ανατολή, την οποία έως τότε εξασφάλιζαν οι Δυτικές Δυνάμεις. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι ένιωσαν το ποτήρι να ξεχειλίζει. Ο συντηρητικός Βρετανός πρωθυπουργός Αντονι Ιντεν ταύτιζε τον Νάσερ με τον Χίτλερ και ήταν αποφασισμένος να τον εξουδετερώσει προτού να είναι πολύ αργά (όπως συνέβη στην περίπτωση της χιτλερικής Γερμανίας). Το σύνδρομο του Μονάχου κυριαρχούσε και στη Γαλλία, αλλά στη χώρα αυτή ο σφοδρός αντινασερισμός ήταν κυρίως αποτέλεσμα της πολιτικής και στρατιωτικής υποστήριξης που παρείχε η Αίγυπτος στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Αλγερίας.

Κρίση του Σουέζ - Geopolitics & Daily News

Παρά τη στρατιωτική συμφωνία με την Τσεχοσλοβακία, ο Νάσερ δεν διέκοψε τους δεσμούς του με τη Δύση. Το φθινόπωρο του 1955 ζήτησε οικονομική βοήθεια για την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν. Η Βρετανία και οι ΗΠΑ αποδέχτηκαν το αίτημα με το σκεπτικό ότι η χρηματοδότηση του έργου θα αποσπούσε τον Νάσερ από τον σοβιετικό εναγκαλισμό και θα τον έθετε υπό δυτική εξάρτηση κατά τον ίδιο τρόπο που η κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ είχε θέσει υπό δυτική εξάρτηση την Αίγυπτο στα τέλη του 19ου αιώνα. Ομως λίγο αργότερα η απόφαση αυτή ανεκλήθη με πρόφαση την αδυναμία της Αιγύπτου να συνεισφέρει τα απαιτούμενα για το έργο κονδύλια. Στην πραγματικότητα οι λόγοι που ώθησαν τους Αγγλο-αμερικανούς να λάβουν αυτήν την απόφαση ήταν η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων της Αιγύπτου με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (την οποία οι Δυτικοί εξακολούθησαν να μην αναγνωρίζουν) και κυρίως η αποδοχή από τον Νάσερ της σοβιετικής πρότασης για οικονομική και υλικοτεχνική συνδρομή στην ανέγερση του φράγματος του Ασουάν.

100 χρόνια «Κ»: Ιστορικά πρωτοσέλιδα – 1956: Κρίση του Σουέζ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Το μυστικό σχέδιο της επέμβασης

Η αντίδραση του Νάσερ ήταν αιφνίδια και αποφασιστική. Στις 26 Ιουλίου 1956 ανακοίνωσε στον αιγυπτιακό λαό την εθνικοποίηση της εταιρείας της διώρυγας του Σουέζ. Η ενέργεια αυτή καταθορύβησε την κυβέρνηση του Λονδίνου, η οποία την εξέλαβε ως ένα καίριο πλήγμα του Νάσερ στα αυτοκρατορικά συμφέροντα της Βρετανίας. Αμέσως Βρετανοί και Γάλλοι άρχισαν να προετοιμάζονται για την εισβολή φροντίζοντας όμως πρώτα να εμπλέξουν στους συνωμοτικούς τους σχεδιασμούς το Ισραήλ. Στις 22 Οκτωβρίου ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπεν Γκουριόν συναντήθηκε μυστικά με τον Γάλλο ομόλογό του Γκι Μολέ και τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Σελούιν Λόιντ σε μια στρατιωτική αεροπορική βάση νοτιοανατολικά του Παρισιού. Το άκρως απόρρητο επιχειρησιακό σχέδιο που κατάρτισαν προέβλεπε ότι το Ισραήλ θα ξεκινούσε την εισβολή στην Αίγυπτο, θα προέλαυνε προς τη διώρυγα του Σουέζ και τότε οι Αγγλο-γάλλοι θα απαιτούσαν, εν ονόματι της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, να αποσυρθούν οι δύο εμπόλεμες χώρες σε μια απόσταση δέκα μιλίων μακριά από τη διώρυγα. Σε περίπτωση άρνησης της Αιγύπτου, όπως αναμενόταν, οι Αγγλο-γάλλοι θα καταλάμβαναν τη ζώνη της διώρυγας.

Egypt Aswan Low Dam under Construction Old NPG Stereoview Photo 1900 by NPG (Neue Photographische gesellschaft): Photograph | Bits of Our Past Ltd
η κατασκευή του κάτω φράγματος του Ασσουάν στον Νείλο και η δημιουργία της λίμνης Νάσερ

Στις 29 Οκτωβρίου το Ισραήλ εισέβαλε στο Σινά, την επομένη οι Αγγλο-γάλλοι ζήτησαν από το Ισραήλ και την Αίγυπτο να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τη διώρυγα και στις 31 ανήγγειλαν την επικείμενη στρατιωτική τους επέμβαση. Οι Αμερικανοί αντέδρασαν έντονα. Αν και δεν πίστευαν στη δυνατότητα συνεργασίας με τον Νάσερ, δεν ήθελαν να ταυτιστούν με την αποικιοκρατική κληρονομιά των ευρωπαϊκών δυνάμεων, θεωρώντας ότι τον πρώτο λόγο στα διακρατικά προβλήματα έπρεπε να έχει ο ΟΗΕ. Επίσης, επέμβαση της Δύσης στην Αίγυπτο θα εξασθένιζε τη θέση της στην ευρύτερη περιοχή και θα ενίσχυε τον αραβικό ριζοσπαστισμό. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ απευθύνθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και ζήτησε να αποσυρθούν οι Ισραηλινοί από την Αίγυπτο και τα μέλη του ΟΗΕ να αποφύγουν κάθε απειλή ή χρήση βίας. Βρετανία και Γαλλία προέβαλαν βέτο, αλλά στις 2 Νοεμβρίου οι ΗΠΑ έφεραν το θέμα και στη Γενική Συνέλευση, η οποία με 65 ψήφους υπέρ και πέντε κατά ενέκρινε πρόταση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων.

Οι Σοβιετικοί

Ωστόσο οι Αγγλο-γάλλοι συνέχισαν απτόητοι τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις, αγνοώντας τις αποφάσεις της διεθνούς κοινότητας. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την «αντεπανάσταση» στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να σταματήσει και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε μάλιστα και υπαινιγμός για έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο με τη χρήση πυρηνικών όπλων.

Ο μόλις πρόσφατα επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ προειδοποίησε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα αντιδρούσε σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αρνήθηκε την παροχή οικονομικής βοήθειας στη Βρετανία από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και απείλησε με πώληση βρετανικών μετοχών, που θα οδηγούσε σε υποτίμηση της στερλίνας. Στις 6 Νοεμβρίου ο Ιντεν, βρισκόμενος υπό ισχυρή πολιτική και οικονομική πίεση και χωρίς να ενημερώσει τη Γαλλία και το Ισραήλ, ανακοίνωσε την εφαρμογή εκεχειρίας. Στη Βρετανία η πολιτική του επικρίθηκε έντονα από τον Τύπο, ενώ η αντιπολίτευση τον κατηγόρησε ότι παραπλάνησε το Κοινοβούλιο. Παραιτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1957.

Η κατάρρευση της προπολεμικής αποικιοκρατίας

Η κρίση στο Σουέζ σηματοδότησε την κατάρρευση του προπολεμικού αποικιοκρατικού συστήματος και το τέλος της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Οι συνέπειές της ήταν σημαντικές για όλους τους εμπλεκόμενους σ’ αυτή. Το νασερικό καθεστώς αύξησε τη δημοτικότητά του και ριζοσπαστικοποιήθηκε. Ο ίδιος ο Νάσερ αναδείχτηκε σε αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Αράβων και πρωταγωνιστή στον αγώνα τους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Οι αραβικοί λαοί παρασύρθηκαν από την πολιτική του γοητεία, αφυπνίστηκαν, εξεγέρθηκαν. Οι παραδοσιακές αραβικές ηγεσίες ταυτίστηκαν με την αποικιοκρατία και το Ισραήλ και ανατράπηκαν. Ο αραβικός εθνικισμός θριάμβευσε.

Η Βρετανία και η Γαλλία γνώρισαν μεγάλη πολιτική και διπλωματική ήττα, αφού το κύρος τους ως Μεγάλες Δυνάμεις καταρρακώθηκε στις ερήμους της Αιγύπτου και κυρίως στις αίθουσες του ΟΗΕ. Τη δεκαετία 1946-56 το επιβλητικό οικοδόμημα της βρετανικής δύναμης στην κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή υπονομεύθηκε, εξασθένησε και τελικά κατέρρευσε. Μετά το 1956 η διαδικασία της αποχώρησης «ανατολικά του Σουέζ» συνεχίστηκε, αλλά η αδυναμία της Βρετανίας εν μέρει αναπληρώθηκε από την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ. Αντίθετα η Γαλλία, απογοητευμένη από τη στάση των ΗΠΑ στο Σουέζ, επιτάχυνε την απεξάρτησή της από τον αμερικανικό παράγοντα με δύο τρόπους: έστρεψε την προσοχή της προς την οικοδόμηση μιας ενωμένης και ισχυρής Ευρώπης και επιδίωξε να αποκτήσει ανεξάρτητη πυρηνική ικανότητα.

Η κρίση στο Σουέζ ήταν καθοριστικής σημασίας για τις δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες τα επόμενα χρόνια αύξησαν σημαντικά την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή. Η Μόσχα υποστήριξε τις δύο εκδοχές του αραβικού εθνικισμού, τον νασερισμό και τον μπααθισμό, και αποτέλεσε την κύρια πηγή εξοπλισμού αρκετών αραβικών κρατών (Αιγύπτου ώς το 1970, Συρίας, Ιράκ, Υεμένης). Η Ουάσιγκτον επιχείρησε να καλύψει το κενό ισχύος που άφησε η βρετανική αποχώρηση από τη Μέση Ανατολή στηρίζοντας το Ισραήλ και τα φιλοδυτικά καθεστώτα (Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Μαρόκο, Λιβύη ώς το 1969, Ιράν ώς το 1979). Η αμερικανική είσοδος στη μεσανατολική σκηνή επισημοποιήθηκε με τη διακήρυξη του Δόγματος Αϊζενχάουερ τον Ιανουάριο του 1957 – ένα τρίπτυχο μεσανατολικό πρόγραμμα οικονομικών παροχών, στρατιωτικής βοήθειας και προστασίας από τον σοβιετικό «επεκτατισμό».

Η ιστορία πίσω από το πιο διάσημο γέλιο του κόσμου!

Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο τύπος με τα ελάχιστα δόντια που γελάει με ξεκαρδιστικό τρόπο, ενώ οι υπότιτλοι «μεταφράζουν» μια άσχετη ιστορία και τελικά τι είναι αυτο που διηγείται στην πραγματικότητα;

Είναι μάλλον απίθανο να μην έχετε πέσει κάποια στιγμή πάνω στο βίντεο ενός τύπου που αφηγείται μια ιστορία στα ισπανικά και ξεκαρδίζεται στα γέλια με έναν πολύ χαρακτηριστικό τρόπο, ενώ οι υπότιτλοι τον παρουσιάζουν να σχολιάζει κάποιο θέμα της επικαιρότητας.

Ο ξεκαρδιστικός τύπος έκανε ξανά την εμφάνισή του στο ελληνικό ίντερνετ και τώρα σχολιάζοντας φυσικά την… καραντίνα! Στο βίντεο με τους ελληνικούς υπότιτλους, ο κύριος υποτίθεται ότι αφηγείται μια ιστορία για το πώς πήγαν για άσκηση με τη γυναίκα του, αλλά κατέληξαν με πρόστιμο 150 ευρώ ο καθένας καθώς ο ένας είχε ξεχάσει την ταυτότητα κι άλλος είχε μπερδέψει τα νούμερα της μετακίνησης που έστειλε στο SMS.

Ποιος είναι όμως αυτός ο άντρας με το ξεκαρδιστικό γέλιο που του λείπουν τα περισσότερα δόντια και πώς το βίντεο με την αφήγηση του άρχισε να χρησιμοποιείται με αυτόν τον τρόπο; Και το βασικότερο: Τι είναι αυτό που λέει και τον κάνει να ξεκαρδίζεται;

Ο El Risitas

Το όνομά του είναι Χουάν Ζόγια Μπόρχα (Juan Joya Borja) και είναι 63 ετών, ενώ κατάγεται από την Ανδαλουσία της Ισπανίας. Ο Χουάν είναι ένας κωμικός ηθοποιός, ο οποίος ωστόσο στο παρελθόν έχει κάνει δεκάδες δουλειές για να ζήσει, όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε στην τηλεόραση το 2000 σε μια τηλεοπτική εκπομπή, όπου παρουσίαζε κωμικά σκετσάκια μαζί με έναν ακόμα ηθοποιό. Γρήγορα ξεχώρισε για το πολύ ιδιαίτερο γέλιο του, το οποίο του χάρισε και το προσωνύμιο «El Risitas», το οποίο θα μπορούσε να μεταφραστεί ελεύθερα ως «Ο Γελάκιας».

Το 2007 βρέθηκε στην εκπομπή του Χεσούς Κιντέρος «Ratones Coloraos» για να δώσει μια συνέντευξη. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η συνέντευξη έμελλε να τον κάνει διάσημο σε όλον τον κόσμο, ακόμα κι αν κανείς δεν ξέρει το όνομά του.

Ο Μπόρχα στο συγκεκριμένο βίντεο στην πραγματικότητα περιγράφει μια ιστορία από την εποχή που εργαζόταν σε ένα παραλιακό εστιατόριο ως σερβιτόρος. Όπως λέει, ένα βράδυ του ζήτησαν να πάει τα ταψιά στα οποία φτιάχνουν τις παέγιες στη θάλασσα και να τα δέσει στην ακτή, για να ξεπλυθούν με το νερό της θάλασσας. Ωστόσο, όταν πήγε να τα μαζέψει το πρωί βρήκε μόνο ένα από τα δεκατέσσερα ταψιά καθώς δεν υπολόγισε ότι η στάθμη της θάλασσας θα ανέβαινε λόγω της παλίρροιας και την ίδια στιγμή δεν τα είχε δέσει καλά.

Ο Μπόρχα αφηγούμενος την ιστορία ξεσπά αρκετές φορές στο χαρακτηριστικό του γέλιο και ο παρουσιαστής με το κοινό τον ακολουθούν. Το βίντεο με τους «αυθεντικούς» υπότιτλους στα αγγλικά μπορείτε να το δείτε εδώ:

Το αυθεντικό βίντεο από την εκπομπή αναρτήθηκε στο YouTube στις 25 Ιουνίου 2007 και σύντομα έγινε viral συγκεντρώνοντας περίπου ένα εκατ. views με τον «Risitas» να λέει ακόμα την πραγματική ιστορία με τις παέγιες. Ωστόσο, σύντομα θα ερχόταν η… εκτόξευση!

Τα viral βίντεο

Δεν είναι λίγες φορές που το βίντεο του συγκεκριμένου κυρίου με το ξεκαρδιστικό γέλιο έχει χρησιμοποιηθεί για έναν αστείο σχολιασμό μιας κατάστασης με ψεύτικους υπότιτλους δημιουργώντας έτσι ένα διάσημο βίντεο-παρωδία. Η πρώτη φορά που συνέβη αυτό ήταν τον Μάρτιο του 2014, επτά χρόνια μετά το αυθεντικό βίντεο. Το χρησιμοποίησε η Μουσουλμανική Αδερφότητα της Αιγύπτου για να σατιρίσει τον πρόεδρο της χώρας Αμπντέλ Φατάχ ελ –Σίσι.

Ωστόσο, η μεγάλη «έκρηξη» της παρωδίας ήρθε το 2015 μετά την κυκλοφορία του MacBook εκείνης της χρονιάς. Ο El Risitas υποτίθεται ότι ήταν ένας σχεδιαστής της Apple που δούλευε στο πρωτότυπο του MacBook και περιγράφει την στιγμή που το παρουσίασαν στον Τιμ Κουκ (τον επικεφαλής της Apple) και κατάλαβαν ότι δεν είχε θύρες USB.Το βίντεο έκανε πολύ γρήγορα τον γύρο του διαδικτύου και μέσα σε λίγους μήνες το είδαν περισσότεροι από πέντε εκατ. χρήστες.

Ακολούθησαν πολλές ακόμα παρωδίες με τον El Risitas να υποτίθεται ότι σχολιάσει την κάρτα γραφικών της Nvidia GeForce GTX 970, ένα πολιτικό σκάνδαλο στην Σλοβακία, την πλατφόρμα του Xbox, έναν παραγωγό της ταινίας Spiderman, να κάνει κριτικές ταινιών και βιντεοπαιχνιδιών και να σχολιάζει ακόμα και το δημοψήφισμα στην Βρετανία για το Brexit «μιλώντας» ως ένας σύμβουλος του τότε πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον.

Τον Νοέμβριο του 2018 το βίντεο έγινε ξανά μεγάλη επιτυχία όταν υποτίθεται ότι κορόιδευε την απόφαση της Blizzard Entertainment να δημιουργήσει μια έκδοση του παιχνιδιού Diablo, το Diablo Immortal, για τα κινητά.

O El Risitas μάλιστα έχει αποκτήσει και το δικό του emoticon με το πρόσωπό του στην πλατφόρμα για gamers, Twitch, ενώ φυσικά τα gif με την εικόνα του να γελά είναι από τα πιο επιτυχημένα στα κοινωνικά δίκτυα.

To 2015 ύστερα από τα επιτυχημένα βίντεο του El Risitas μια εταιρία πίτσας από την Φινλανδία ήρθε σε επαφή με τον Μπόρχα ώστε να πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά από διαφημίσεις της. Μάλιστα, όπως είχε αποκαλύψει η εταιρία το να βρουν το Μπόρχας αποδείχθηκε πολύ δύσκολη υπόθεση. Ο κωμικός δεν είχε ουτε καν δικό του αριθμό τηλεφώνου και φυσικά καμία παρουσία στο διαδίκτυο μέσω email ή λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα. Τελικά, χάρη σε μια σειρά γνωριμιών της εταιρίας από την Ισπανία κατάφεραν να τον εντοπίσουν στο σπίτι του στην Σεβίλλη και επί μια εβδομάδα γύριζαν μια σειρά διαφημίσεων που αποδείχτηκαν μεγάλη επιτυχία στην Φινλανδία. Στις διαφημίσεις ακολούθησαν σχεδόν το ίδιο μοτίβο με τον «El Risitas» να λέει κάποιες ιστορίες στα ισπανικά και οι υπότιτλοι να μεταφράζουν κάτι τελείως διαφορετικό!

Ο El Risitas εμφανίζεται πλέον σπάνια στην τηλεόραση, ενώ φαίνεται ότι προτιμά μια πιο ήσυχη ζωή μακριά από το διαδίκτυο, όπου δεν διαθέτει κανέναν επίσημο λογαριασμό σε κανένα κοινωνικό δίκτυο. Φυσικά, αν εξαιρέσουμε την διαφήμιση της φινλανδικής εταιρίας, είναι μάλλον απίθανο ο ίδιος να έχει κερδίσει κάτι από τα viral βιντεο στα οποια εμφανίζεται.

 

 

 

 

 


 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ 1821

Οι πρόσφατοι εορτασμοί για την συμπλήρωση 200 χρόνων από την Εθνική Επανάσταση του 1821 έφεραν στο προσκήνιο διάφορα δημοσιεύματα και δηλώσεις πολιτικών προσώπων σχετικά με την προσφορά της Αϊτής, υπέρ του αγώνα της Ελληνικής Εθνεγερσίας, 45 τόνων καφέ και 100 εθελοντών.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, ο πρόεδρος της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγιέ, συγκινημένος από τον αγώνα των Ελλήνων και μη δυνάμενος να συμβάλει σε αυτόν ουσιαστικά, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας του, έστειλε στην Ελλάδα συμβολικά 45 τόνους καφέ προς πώληση, προκειμένου να αγορασθούν όπλα και πολεμοφόδια, καθώς και 100 Αϊτινούς εθελοντές, οι οποίοι όμως πέθαναν όλοι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, όταν το πλοίο τους δέχθηκε την επίθεση πειρατών. Μια δεύτερη εκδοχή θέλει τους Αϊτινούς εθελοντές να πεθαίνουν από κακουχίες ή Σκορβούτο πριν φθάσουν στην Ελλάδα, ενώ σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, το πλοίο των Αϊτινών δέχθηκε την επίθεση γαλλικών πολεμικών πλοίων στη Μεσόγειο, με αποτέλεσμα αυτό να βυθιστεί και οι εθελοντές να πνιγούν.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, υπάρχουν πολλές εκδοχές αυτής της ιστορίας που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια σε διάφορα άρθρα στο διαδίκτυο, με καμία από αυτές να μην περιέχει ωστόσο σαφείς λεπτομέρειες ως προς τον χρόνο και τον τόπο των γεγονότων, αναφορές σε γνήσιες ιστορικές πηγές ή παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία.

Για τον λόγο αυτό, ανατρέξαμε στην διαθέσιμη βιβλιογραφία και, κατόπιν έρευνας, σας παραθέτουμε τα πραγματικά γεγονότα.

Ως γνωστόν, ήδη από τις απαρχές της Επανάστασης, στον ελλαδικό χώρο είχαν συσταθεί επιτροπές με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών του αγώνα και την αντιμετώπιση των διαφόρων ζητημάτων που συνεχώς ανέκυπταν. Οι επιτροπές αυτές, μεταξύ άλλων, συνέτασσαν “προειδοποιήσεις,” προκηρύξεις μέσω των οποίων ανήγγελλαν την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδος και ζητούσαν την βοήθεια των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Παρόμοιες επιτροπές (“κομιτάτα”) είχαν ιδρυθεί και σε χώρες της Ευρώπης, με σκοπό την διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων, την συγκέντρωση εθελοντών, την περίθαλψη των προσφύγων και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού, και την ενίσχυση των επαναστατών με τρόφιμα, φάρμακα, πολεμοφόδια, χρήματα κ.α.

Οι σημερινοί κάτοικοι της Αϊτής αλλά και το επίσημο κράτος τους δεν έχουν ιδέα για ποιο λόγο συζητείται η περίπτωση να τους αποδώσει η ελληνική πολιτεία τιμές για την στάση τους στον εθνικό απελεθευρωτικό αγώνα του 21 , πολύ απλά γιατί δεν πήραν καμία στάση

Μια από τις πρώτες επιτροπές στο εξωτερικό ιδρύεται τον Μάρτιο του 1821 στην Γαλλία, στους κόλπους της Société de la Morale Chrétienne (Εταιρία της Χριστιανικής Ηθικής) από επιφανείς Γάλλους φιλέλληνες και αξιόλογους Έλληνες των Παρισίων, όπως τους Α. Κοραή, Α. Βογορίδη, Δ. Φωτήλα, Μ. Σχινά κ.α., με κύριο μέλημά την συλλογή χρηματικών εισφορών για την ενίσχυση των Ελλήνων προσφύγων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, και με την μεσολάβηση του Γάλλου φιλέλληνα και τέως επισκόπου Βλαισών, Ανρι Γκρεγκουάρ, η Επιτροπή των Παρισίων στέλνει επιστολή στον πρόεδρο της Αϊτής Ζαν Πιερ Μπουαγιέ, δια της οποίας τον καλεί να ενισχύσει τον αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων με όπλα και χρήματα. Η επιστολή έκλεινε ως εξής:

“Γενναίοι Αϊτινοί, έχετε υποφέρει τους πόνους της δουλείας που προ ολίγου σας βάραινε. Τέκνα της Αφρικής, της οποίας οι ακτές πρόσκεινται σε εκείνες της Ελλάδος, ελάτε να μας βοηθήσετε· 30.000 τυφέκια και χρήματα μας είναι απαραίτητα. Κι αν σε αυτό το δώρο ή δάνειο προσετίθετο η άφιξη ενός των ταγμάτων σας, ορμώμενου από την καρδιά της Αμερικής, τούτο θα έφερνε τον τρόμο στην ψυχή των λιπόψυχων βασανιστών μας. Το νησί της Ύδρας είναι το λιμάνι στο οποίο μπορείτε να στείλετε την βοήθειά σας.

Η Ελλάς θα σας ήταν υπόχρεη για αυτές τις θυσίες. Μια τρυφερή φιλία θα παγιωνόταν ανάμεσα στους απογόνους σας και στους δικούς μας ως τα βάθη των αιώνων. Θα τους κληροδοτήσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Η ιστορία θα επαναλαμβάνει στις μελλοντικές γενιές ότι η σημαία της Αϊτής, κυματίζουσα στην Μεσόγειο, ήρθε να ενωθεί με εκείνη της αναστημένης Ελλάδος. Θα ήταν μια εποχή δόξας για τα δύο έθνη, και ένας από τους ωραιότερους θριάμβους της δικαιοσύνης και της ανθρωπιάς.”

Πώς αντέδρασε όμως ο πρόεδρος της Αϊτής στην επιστολή αυτή των Ελλήνων;

Σύμφωνα με τον Τομά Μαντιέ και τον Μπομπράν Αρντουάν, τους δυο κορυφαίους Αϊτινούς ιστορικούς του 19ου αιώνα, ο Μπουαγιέ δεν έκανε απολύτως τίποτα για να βοηθήσει τους Έλληνες πέραν από το να τους στείλει μια όμορφη ευχετήριο επιστολή, που ωστόσο τους αρνούταν την βοήθεια!

Thomas Madiou (1815-1884)

Τομά Μαντιέ (1843):

“Η απάντηση [του Μπουαγιέ], που πρόκειται να αναπαράγουμε, δεν αντανακλά τα συγκινητικά και ηρωικά συναισθήματα που υπαγόρευσαν αυτό το ευγενές γράμμα [των Ελλήνων]. Σε αυτήν, ο ψυχρός λογισμός μιας φειδωλής οικονομίας υποβοηθείται από την ρητορεία για να προξενήσει ενθουσιασμό. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε μεγάλες θυσίες για την Ελλάδα, όμως είχαμε την δυνατότητα να της στείλουμε κάποια χρήματα, τα οποία δεν στείλαμε. Το ποσό των 40.000 πιάστρων, που θα μπορούσαμε να είχαμε διαθέσει, θα είχε αφιερωθεί στην απόκτηση 8.000 καλών τυφεκίων, τα οποία, αυτοί οι ήρωες, που πέθαιναν δίχως όπλα στα πεδία των μαχών, θα είχαν δεχθεί μέσω πλοίου ευλογώντας μας. Τα λόγια που θα μας απηύθυναν μπροστά στον θάνατο: “Θα κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας την ευγνωμοσύνη μας,” δεν είχαν αγγίξει την καρδιά μας. Αν ο Πεσιόν είχε ζήσει, δεν θα μας είχαν απευθύνει μια μάταιη έκκληση. Όσο περισσότερο τα πράγματα εξελίσσονται, τόσο περισσότερο βλέπουμε πόσο σπάνιες είναι οι ανώτερες αρετές της καρδιάς, που μόνο αυτές παράγουν την ομορφιά και το μεγαλείο. Όσο για την αποστολή σε αυτούς στρατευμάτων υπό την σημαία μας, πολιτικοί λόγοι αντετίθεντο σε αυτό. Εάν η Ευρώπη εκείνη την εποχή λάμβανε υπ’ όψιν το διεθνές δίκαιο για να μην επεμβαίνει άμεσα στις υποθέσεις της Ελλάδος, εμείς είχαμε ακόμη σοβαρότερο λόγο για να διατηρήσουμε την ουδετερότητά μας, ακόμη περισσότερο την στιγμή που η σημαία μας δεν είχε ακόμη αναγνωρισθεί από τις ξένες δυνάμεις.

Όμως, έχει ειπωθεί και γραφθεί ότι, εάν είχαμε στείλει ένα από τα τάγματά μας στην Ελλάδα, το χρώμα των στρατιωτών μας θα ήταν λόγος για να τύχουν κακής υποδοχής. Η Επιτροπή των Παρισίων απευθυνόμενη στην Αϊτή γνώριζε καλά ότι δεν ήταν λευκοί. Και στις χώρες της Ανατολής, δεν είναι οι άνθρωποι συνηθισμένοι στην θέα μαύρων στρατιωτών; Υπήρξαν πολλοί από αυτούς στις μουσουλμανικές στρατιές το 1821, όπου αμιγώς μαύρα συντάγματα είχαν στρατολογηθεί στο Νταρφούρ, και αμιγώς μαύρα σώματα είχαν στρατολογηθεί στους βερβερικούς πληθυσμούς. Εάν ήταν δυνατό για εμάς να στείλουμε μια από τις ημιταξιαρχίες μας στην Ελλάδα, δεν θα ήταν το χρώμα των στρατιωτών μας που θα τους είχε καταστήσει αντικείμενο αποτροπιασμού. Στην Νάπολη, υπό τον Μυρά, το Βασιλικό Αφρικανικό Σύνταγμα δεν είχε αποκτήσει αδερφική σχέση με τον λαό;

Ιδού η απάντηση που δόθηκε στο γράμμα των Ελλήνων:

‘Προς τους Πολίτες της Ελλάδος Α. Κοραή, Κ. Πολυχρονιάδη, Α. Βογορίδη και Κ. Κλωνάρη,

‘Πριν λάβουμε την επιστολή σας από το Παρίσι, με ημερομηνία την 20η Αυγούστου του παρελθόντος έτους, έφθασε σε εμάς η είδηση ότι η Ελλάς, επανορθώσασα επιτέλους την πίστη της που παρέμενε καταπεπτωκυία, είχε αδράξει ξανά την λόγχη της για να διεκδικήσει την ελευθερία της και την θέση που κατείχε ανάμεσα στα έθνη.

‘Ένας σκοπός τόσο δίκαιος δεν θα μπορούσε να ήταν αδιάφορος στους Αϊτινούς, οι οποίοι, όπως οι Έλληνες, είχαν επί μακρόν στενάξει κάτω από έναν ζυγό επονείδιστο, και οι οποίοι, όπως εσείς, ηγέρθησαν από τον ύπνο της δουλείας. Έπειτα από 30 έτη αιματηρού πολέμου, είμαστε σήμερα απελεύθεροι, ανεξάρτητοι, συμφιλιωμένοι· νικήσαμε τους δυνάστες μας με την δύναμη των όπλων· και με την φιλελευθερία των θεσμών μας φέραμε στην πατρίδα μας την γλυκιά ειρήνη. Αρχίζουμε να απολαμβάνουμε τους καρπούς των κόπων μας. Όντας ευτυχέστεροι από εμάς, τέκνα της Ελλάδας, έχετε δέκα αιώνες δόξας που αναπτερώνουν το θάρρος σας· τα όρη μας, οι πεδιάδες μας δεν ανακαλούν στην μνήμη μας τίποτε περισσότερο από την μανία των τυράννων μας και τις ταλαιπωρίες των πατέρων μας. Οι Θερμοπύλες, ο Μαραθώνας, η Σαλαμίνα, οι Πλαταιές ακόμη σας υπενθυμίζουν τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων σας. Μάταια οι βάρβαροι επικυρίαρχοί σας πάσχισαν να σας στερήσουν μέχρι και την επιρροή των μνημείων, υποκαθιστώντας τα διάσημα αυτά ονόματα με ονόματα βαρβαρικά· μάταια κολάκευσαν τους εαυτούς τους καταστρέφοντας τα αθάνατα αυτά μνημεία: οι πρώτες σας νίκες τούς δείχνουν επαρκώς πως δεν είστε υιοί εκφυλισμένοι.

‘Ωστόσο, στην χαρμονή που μας εμπνέει η ευγενής αποφασιστικότητα που σας διέπει προστίθεται ένα οδυνηρό συναίσθημα, καθώς βλέπουμε τους λαούς που σας οφείλουν τόσο τον πολιτισμό τους όσο και την ευημερία τους να παραμένουν αδρανείς θεατές του αγώνα σας και να προδίδουν δια της απραξίας τους τον σκοπό της δικαιοσύνης και της θρησκείας.

‘Πώς! Η Αθήνα, η Λακεδαίμονα να αγωνίζονται με τις αλυσίδες τους ενάντια στις πολυάριθμες στρατιές του δεσποτισμού, να ικετεύουν για βοήθεια, και η πολεμική Ευρώπη, η εύπορη Ευρώπη να τους αρνείται ένα στήριγμα! Το λάβαρο του Σταυρού έχει ποδοπατηθεί από τον μουσουλμάνο, και η χριστιανική Ευρώπη διστάζει να εκδικηθεί τον Θεό της… Αχ! Αν η κραυγή της Ελλάδος πραγματικά ήχησε γι’ αυτή, η Αϊτή συγκινήθηκε από αυτό βαθύτατα. Ναι, πολίτες, φλεγόμαστε από την θέληση να υπερασπιστούμε τους συμπατριώτες σας· μακάρι να μπορούσαμε να δώσουμε πρώτοι το όμορφο αυτό παράδειγμα στον υπόλοιπο κόσμο· όμως δεν μας επιτρέπεται να δικαιώσουμε τις προσδοκίες σας και τον πόθο που μας φλέγει! Με την απεραντοσύνη της θάλασσας να μας χωρίζει από την Ελλάδα, στερούμενοι των πόρων που κάνουν τα έθνη που συνορεύουν με αυτήν υπερήφανα, περιβαλλόμενοι από την γαλήνη μας και μην διαθέτοντας άλλα όπλα πέραν αυτών που κυριεύσαμε στα πεδία των μαχών, περιοριζόμαστε στο να συντάξουμε ευχές· τουλάχιστον, μην ακούγοντας παρά την φωνή της Τιμής, εκφράζουμε ενώπιον του σύμπαντος ολόκληρου τις ευχές εκείνες που η πολιτική πνίγει μέσα στην καρδιά των ευρωπαϊκών εθνών και ζητάμε από τους ουρανούς τον θρίαμβο του καταπιεσμένου επί του καταπιεστή, της ελευθερίας επί της τυραννίας, της θρησκείας επί του φανατισμού.

‘Και εσείς, γενναίοι Έλληνες, θυμηθείτε την δύναμη των προγόνων σας όταν στρατιές πιο πολυάριθμες από αυτές που απειλούν εσάς έφεραν στα σπίτια τους τόσο τον σίδηρο όσο και τον πυρσό· θυμηθείτε ότι 300 Σπαρτιάτες έσωσαν την πατρίδα τους· μην φοβάστε λοιπόν καθόλου την ισχύ των αριθμών, θα υποχωρήσει μια μέρα μπροστά στην αξία σας. Καταπλήξτε την Ευρώπη, αποσπάστε τον θαυμασμό της με την ακλόνητη επιμονή σας στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων σας. Τότε, σύντομα θα την δείτε πιστή στις αρχές της να σας προσφέρει η ίδια την βοήθεια που σας αρνείται σήμερα, και τότε θα έχετε θριαμβεύσει. Μαθαίνοντάς το, η Αϊτή θα αγαλλιάσει με το ευτυχές σας πεπρωμένο· θα έχει την τιμή να ενώσει με μια συνθήκη φιλίας τα παιδιά της με τους υιούς της Ελλάδος.’”

(Ιστορία της Αϊτής, VI, σελ. 219-225)

Είναι λοιπόν σαφές από το κείμενο του Μαντιέ, το οποίο γράφθηκε 20 περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα, ότι ο πρόεδρος Μπουαγιέ όχι μόνο δεν βοήθησε τους Έλληνες στέλνοντάς τους όπλα ή εθελοντές, αλλά και ότι η άρνησή του να βοηθήσει είχε ήδη συζητηθεί στο εσωτερικό της Αϊτής, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι καλώς έπραξε με το να μην στείλει στρατιώτες στην Ελλάδα, διότι θα τύγχαναν “κακής υποδοχής”. Ο Μαντιέ, ο οποίος είχε στενές οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Αϊτής (ήταν στενός φίλος τόσο με τον ίδιο τον πρόεδρο Μπουαγιέ όσο και με τον επικεφαλής του στρατού του, Ζοζέφ Μπαλταζάρ Ανζινάκ), είχε πρόσβαση σε πρωτογενείς πηγές και μάρτυρες, ώστε αν τελικώς κάτι τέτοιο είχε λάβει χώρα, είναι βέβαιο ότι θα το γνώριζε.

Alexis Beaubrun Ardouin (1796-1865)

Μπομπράν Αρντουάν (1860):

“Είναι σίγουρο ότι ο Μπουαγιέ δεν ήταν αναίσθητος ως προς τα δεινά που υπέφεραν οι Έλληνες, ούτε ήταν αδιάφορος ως προς την επιτυχία που όλες οι γενναιόδωρες καρδιές τούς εύχονταν στον αγώνα τους ενάντια στους καταπιεστές τους τον ίδιο εκείνο χρόνο, και περισσότεροι του ενός Αϊτινοί αισθάνονταν την ίδια συμπάθεια. Όμως, ο πρόεδρος της Αϊτής είχε καθήκοντα προς την χώρα του να εκπληρώσει πρώτα, πριν σκεφθεί να βοηθήσει έναν εξεγερμένο λαό που βρισκόταν πάνω από 2.500 λεύγες μακριά: η λογική του Κράτους έπρεπε να υπερισχύσει του ενθουσιασμού. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά την προσάρτηση του Βορρά, σε μια χρονική στιγμή που όλα πήγαιναν προς εκείνη της Ανατολής, θα έστελνε αϊτινά στρατεύματα στην Ελλάδα για να πολεμήσουν κατά των Τούρκων; Και που θα είχε βρει τον στόλο που θα χρειαζόταν για να τα μεταγάγει εκεί; Και ποιο θα ήταν το κόστος μιας τέτοιας επιχείρησης, εάν η εκτέλεσή της είχε καταστεί δυνατή; Ο Πρόεδρος θα είχε εξαντλήσει τα οπλοστάσια της χώρας για να στείλει στους Έλληνες τα 30.000 τουφέκια που αιτήθηκαν εκείνοι που ζούσαν στο Παρίσι —το δημόσιο θησαυροφυλάκιο και τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί στον Βορρά μετά τον θάνατο του Κριστόφ;”

(Μελέτες στην Ιστορία της Αϊτής, IX, σελ. 74-75)

Και πάλι, δεν τίθεται καν θέμα περί του εάν στάλθηκε βοήθεια στους Έλληνες, αλλά περί του εάν κάτι τέτοιο ήταν πολιτικά και πρακτικά εφικτό για τον Μπουαγιέ εκείνη την περίοδο. Για τον Αρντουάν, όπως και για τον Μαντιέ, η αυτονόητη απάντηση ήταν όχι, καθώς για τον Μπουαγιέ εκείνη την περίοδο προτεραιότητα είχε η Αϊτή.

Τι ισχύει όμως για τους “45 τόνους καφέ;”

Ο καφές αυτός πράγματι εστάλη, όχι όμως στους Έλληνες!

Henri Jean-Baptiste Grégoire (1750-1831)

Όπως αναφέραμε προηγουμένως, εκείνη την περίοδο ο Γάλλος τέως επίσκοπος Βλαισών Ανρι Γκρεγκουάρ, μια από τις ηγετικές μορφές της Γαλλικής Επανάστασης (και από τις λίγες που βρίσκονταν ακόμη εν ζωή το 1821), διατηρούσε στενές σχέσεις τόσο με τους Έλληνες της Επιτροπής των Παρισίων όσο και με την κυβέρνηση της Αϊτής. Αυτός ήταν που πρότεινε στους Έλληνες να απευθυνθούν στην κυβέρνηση του Πορτ-ω-Πρανς. Ο Γκρεγκουάρ, φανατικός υποστηρικτής της κατάργησης της δουλείας και εξέχον μέλος της Société des Amis des Noirs (Εταιρία των Φίλων των Μαύρων), υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία της Αϊτής και φιλοξενούσε Αϊτινούς επισκέπτες στο Παρίσι. Είχε στενές σχέσεις τόσο με τον πρόεδρο Πεσιόν όσο και με τον Μπουαγιέ, ο οποίος μάλιστα τον προσκάλεσε να ζήσει στην Αϊτή. Ο Γκρεγκουάρ, που ήταν τότε 70 ετών, αρνήθηκε, και τότε ο Μπουαγιέ του ζήτησε να του στείλει δύο πορτραίτα του, προκειμένου να τα αναρτήσει στους τοίχους του προεδρικού του ανακτόρου και της Αϊτινής Γερουσίας στο Πορτ-ωΠρανς. Ο Γκρεγκουάρ δέχθηκε διστακτικά, καθώς απεχθανόταν την προσωπολατρία, και, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Μπουαγιέ του έστειλε 25.000 λίβρες (και όχι 45 τόνους) καφέ.

Όπως γράφει ο Μαντιέ:

“Ο Γκρεγκουάρ ζήτησε να του στείλουν από την Χάβρη δύο λίβρες καφέ από τις 25.000. Συγκέντρωσε αρκετούς από τους φίλους του και ευχαριστήθηκε πολύ με το να τους προσφέρει μια γεύση αϊτινού καφέ. Ο υπόλοιπος θα παρέμενε στον ίδιο· τον χρησιμοποίησε για να καλύψει τα έξοδα [της έκδοσης] αρκετών βιβλίων περί ηθικής, τα οποία έστειλε αφιλοκερδώς στην Αϊτή, και για να βοηθήσει τους Έλληνες ενάντια στην Οθωμανική Πύλη.”

(Ιστορία της Αϊτής, VI, σελ. 219-225)

Ωστόσο, ο Μαντιέ δεν υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες σχετικά με το τι απέγιναν τελικά τα χρήματα από την πώληση του καφέ.

Το 2004, ο ιστορικός Ζαν Φρανσουά Μπριέρ δίνει μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή της ιστορίας, δίχως να αναφέρει τίποτα περί αποστολής χρημάτων στην Ελλάδα από τον Γκρεγκουάρ:

“[Η αποστολή του καφέ] έφερε τον τέως επίσκοπο Βλαισών σε δύσκολη θέση, καθώς οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ότι λάμβανε χορηγίες από την κυβέρνηση της Αϊτής. Χωρίς να πίνει καφέ ο ίδιος, πούλησε ένα μέρος του φορτίου για να βοηθήσει τους Μαρτινικανούς Μπισέτ, Βολνί και Φαμπιάν, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί το 1823 ότι είχαν εκδώσει ένα φυλλάδιο που ζητούσε πολιτικά δικαιώματα για τους μαύρους, και δώρισε τον υπόλοιπο στους φίλους του.”

(Αββάς Γρηγόριος και Αϊτινή Επανάσταση [2004], σελ. 40)

Ο δε Έλληνας ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρης, στην διατριβή του με τίτλο L’Abbé Grégoire et la Grèce (Ο Αββάς Γρηγόριος και η Ελλάς, 1932), στην οποία αναλύει διεξοδικά την φιλελληνική στάση και δράση του επισκόπου Γκρεγκουάρ, επιβεβαιώνει την σχέση του τελευταίου με την κυβέρνηση της Αϊτής και τους Έλληνες της Επιτροπής των Παρισίων, όμως δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Γκρεγκουάρ έστειλε χρήματα στους επαναστατημένους Έλληνες.

Συνεπώς, εν αντιθέσει προς όσα λέγονται ή γράφονται το τελευταίο διάστημα, η Αϊτή δεν έστειλε ΠΟΤΕ εθελοντές ή χρήματα στην Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821, ενώ 25.000 λίβρες (και όχι “45 τόνοι”) καφέ πράγματι εστάλησαν από τον πρόεδρο Μπουαγιέ, όχι όμως στους Έλληνες, αλλά στον Γάλλο επίσκοπο Ανρι Γκρεγκουάρ.

 

 

 

 

 


 

Μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΛΥΤΡΑΣ
Γεννήθηκε στον Πύργο της Τήνου, το 1832 και ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους και δασκάλους της ζωγραφικής κατά τον 19ο αιώνα. Το έργο του στάθηκε ορόσημο στη νεότερη ελληνική ζωγραφική. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της Σχολής του Μονάχου και πρωτοπόρος στη διαμόρφωση της διδασκαλίας των Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. Η πολυσήμαντη τέχνη του καλύπτει τα 3/4 του πρώτου αιώνα της ελληνικής αναγέννησης. Ήταν γιος ενός λαϊκού μαρμαρογλύπτη, που περιπλανήθηκε σε όλες τις μεγάλες πόλεις των Βαλκανίων αναζητώντας την τύχη και τελικά κατέληξε στην Τήνο. Ο πατέρας μετέδωσε στο γιο του τη μεγάλη αγάπη του προς την καλλιτεχνία, κι ο Νικηφόρος από μικρή ηλικία είχε εκπλήξει με το πλούσιο ταλέντο του όσους έτυχε να τον γνωρίσουν. Το 1850, σε ηλικία 18 ετών, πήγε στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του και γράφτηκε στο Σχολείο των Τεχνών (η μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Εκεί, σπούδασε ζωγραφική με δασκάλους τον Γερμανό διευθυντή της Σχολής, Λούντβιχ Τιρς (Ludwig Thiersch), τους αδερφούς Μαργαρίτη και τον Ιταλό Ραφαέλο Τσεκόλι (Raffaelo Ceccoli). Ο Τιρς συγκινημένος από το πρώιμο φούντωμα της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας του Νικηφόρου, τον πήρε από την ιδιαίτερη και πατρική προστασία του και τον καθοδήγησε με επιτυχία στο δρόμο της μεγάλης καριέρας. Με την αποφοίτησή του, το 1856, ο Νικηφόρος Λύτρας ανέλαβε να διδάξει το μάθημα της Στοιχειώδους Γραφής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1860, με υποτροφία του βασιλιά Όθωνα, πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία των Καλών Τεχνών και έτσι βρέθηκε στην καρδιά της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής. Την εποχή εκείνη, στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας ζωντάνευε ξανά ο αθηναϊκός 5ος αιώνας π.Χ. Η τέχνη, που είχε πηγή τον αρχαίο κλασικισμό, βρισκόταν στην ακμή της. Μέσα στη Σχολή αυτή και με δάσκαλό του τον Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty), που ήταν βασικός εκπρόσωπος της ιστορικής ρεαλιστικής ζωγραφικής στη Γερμανία, ο Νικηφόρος έριξε στερεές ρίζες για την κατοπινή του εξέλιξη. Το 1862, με την έξωση του βασιλιά Όθωνα, το ελληνικό κράτος διέκοψε την υποτροφία που του χορηγούσε, αλλά ο εύπορος βαρόνος Σιμών Σίνας, πρέσβης της Ελλάδας στη Βιέννη, ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του. Το καλοκαίρι του 1865, λίγο πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα, συνάντησε τον φίλο του Νικόλαο Γύζη, που μόλις είχε φθάσει στο Μόναχο για να σπουδάσει και αυτός κοντά στον Πιλότυ. Μαζί με τον Γύζη επισκέφθηκαν εκθέσεις και μουσεία και πήγαν για λίγες ημέρες στις εξοχές του Μονάχου, σε γραφικά χωριά της Βαυαρίας.
Πυρπόληση τουρκικής ναυαρχίδας
Με την επιστροφή του στην Αθήνα, το 1866 ο Λύτρας διορίστηκε καθηγητής ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών στην έδρα της Ζωγραφικής, την οποία κατείχε για 38 ολόκληρα χρόνια διδάσκοντας με υποδειγματική ευσυνειδησία και ζήλο. Το 1873, παρέα με τον Γύζη, έκανε ένα τρίμηνο ταξίδι στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, όπου εμπλούτισε το ταλέντο του με ισχυρές και φωτεινές εντυπώσεις και με το ρυθμό ενός άλλου κόσμου. Εκεί προσπάθησε να γνωρίσει την επίδραση που είχε η Ανατολή πάνω στον κλασικισμό, ώστε να μπορέσει να μελετήσει το βυζαντινό ρυθμό που γεννήθηκε από την ένωση του κλασικισμού με την αραβική τέχνη. Τον επόμενο χρόνο (1874) πήγε πάλι στο Μόναχο και επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1875. Τον Σεπτέμβριο του 1876, μαζί με τον Γύζη, αναχώρησε και πάλι για το Μόναχο και το Παρίσι. Το 1879 επισκέφθηκε την Αίγυπτο και τον χειμώνα του ίδιου έτους παντρεύτηκε την Ειρήνη Κυριακίδη, κόρη εμπόρου από τη Σμύρνη. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε το πρώτο από τα 6 παιδιά τους, ο Αντώνιος. Ακολουθούν 4 ακόμα γιοι (ο Νικόλαος, ο Όθων, ο Περικλής και ο Λύσανδρος) και μία κόρη, η Χρυσαυγή. Ο γιος του Νικόλαος έγινε κι αυτός ζωγράφος με πλούσιο και πολύ σημαντικό έργο. Ο Λύτρας δούλεψε ευσυνείδητα και ως ζωγράφος και ως καθηγητής στο Σχολείο Καλών Τεχνών και γνώρισε νωρίς την αναγνώριση και την δόξα. Οι ανεξάντλητοι θησαυροί της ψυχής του, η ευαισθησία και η ευρύτητα της καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασίας, έκαναν γόνιμη τη διδασκαλία του και τα αποτελέσματά της λαμπρά, δεδομένου ότι οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες της νεότερης Ελλάδας υπήρξαν μαθητές του. Κοντά του μαθήτεψαν πολλοί ζωγράφοι, που αργότερα ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και διακρίθηκαν, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ο Πολυχρόνης Λεμπέσης, ο Περικλής Πανταζής, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Νικόλαος Βώκος. Πέθανε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου του 1904, σε ηλικία 72 ετών, μετά από σύντομη ασθένεια που εικάζεται ότι οφείλονταν σε δηλητηρίαση από χημικές ουσίες των χρωμάτων. Λίγους μήνες αργότερα, την έδρα του στο Σχολείο Καλών Τεχνών (Πολυτεχνείο), ανέλαβε ο παλαιός μαθητής του Γεώργιος Ιακωβίδης.
Τα κάλαντα
Στο πλούσιο και απέραντο έργο του Νικηφόρου Λύτρα, από τα πρώτα παιδικά σχεδιαγράμματά του μέχρι τον τελευταίο του πίνακα, βλέπει κανείς μια διαρκή εξέλιξη. Συνεχώς ανεβαίνει, προσπαθώντας να φτάσει στην ιδανική τελειότητα. Το έργο του αποδεικνύει πως ο δημιουργός του είχε κατανοήσει την ανάγκη προσαρμογής των κλασικών προτύπων και παραδόσεων στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και το έργο του, μαζί µε το έργο του Ν. Γύζη θεωρείται το βάθρο της νεοελληνικής τέχνης. Ο Λύτρας, μέσα από το έργο του εκφράζει την αγάπη του για τους απλούς συνανθρώπους του, αποφεύγοντας τις βίαιες σκηνές και τις κραυγαλέες συνθέσεις. Ζωγράφισε κυρίως πορτρέτα και σκηνές από την καθημερινή ζωή χρησιμοποιώντας λιτά μέσα, και πλάθοντας µια έντονα λυρική ατμόσφαιρα. Ασχολείται με θέματα εθνικού και ηθογραφικού περιεχομένου. Την περίοδο που ήταν μαθητής του Πιλότυ στο Μόναχο, ο Λύτρας ασχολήθηκε με την λεγόμενη «ιστορική ζωγραφική» με θέματα παρμένα από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική ιστορία. Στην περίοδο του Μονάχου συγκαταλέγονται οι πίνακές του: Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’Η Πηνελόπη διαλύει τον ιστό τηςΗ Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, άρχισε να ασχολείται με προσωπογραφίες. Ο καταξιωμένος Λύτρας ήταν από τα πιο δημοφιλή πρόσωπα στους αθηναϊκούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του. Συμμετείχε και τιμήθηκε σε πάμπολλες εκθέσεις: στις πανελλήνιες εκθέσεις στο Ζάππειο, τις παγκόσμιες εκθέσεις του Παρισιού (1855, 1867, 1878, 1889 και 1900), την παγκόσμια έκθεση της Βιέννης (1873), και τις εκθέσεις που οργάνωνε τακτικά ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Παρνασσός. Ως επίσημος προσωπογράφος της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας φιλοτέχνησε ολόσωμα μνημειακά πορτρέτα μελών των οικογενειών Σερπιέρη, Καυτατζόγλου, διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας και άλλων επιφανών Αθηναίων που συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά δείγματα της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αι. Στην πραγματικότητα, όμως, οι βιοτικές ανάγκες ήταν που υποχρέωσαν τον Νικηφόρο Λύτρα να ζωγραφίζει προσωπογραφίες εξεχόντων προσώπων. Έτσι, μολονότι είναι αριστουργηματικές, δεν ήταν αυτές στις οποίες ο Λύτρας έκλεινε μέσα τη ψυχή του.
Η καλλιτεχνική δύναμη του Νικηφόρου Λύτρα βρίσκεται μέσα στους ηθογραφικούς του πίνακες, στις εκπληκτικές εκείνες συνθέσεις, με θέματα της ζωής στο χωριό και την πόλη, που ακτινοβολούν ολόκληρη τη θέρμη και τη φωτεινή του αγάπη για την ελληνική ζωή και το αγνό ελληνικό σπίτι. Τα γραφικά έθιμα και τα στιγμιότυπα ενέπνευσαν μερικά από τα πλέον γνωστά ηθογραφικά έργα του: Ψαριανό μοιρολόιΠαιδί που στρίβει τσιγάροΗ αναμονήΟ κακός εγγονόςΗ κλεμμένη, το Μετά την πειρατείαΗ αρραβωνιασμένηΤο λιβάνισμαΗ ορφανήΤα άνθη του επιταφίουΟ όρθροςΟ γαλατάςΤο φίλημαΤο αυγό του ΠάσχαΟ μάγκας και κυρίως Τα κάλαντα αποτελούν τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του Λύτρα. Οι ηθογραφίες του Λύτρα, είδος στο οποίο θεωρείται εισηγητής, ανταποκρίνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής τάξης της εποχής και στο γενικό αίτημα για την απόδειξη της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων. Τα ταξίδια του στη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο πλούτισαν τους πίνακές του με αραπάκια, φελάχες, χότζες και άλλα στοιχεία του της προσφιλούς στην Δύση μυστηριακής Ανατολής. Τα έργα των τελευταίων του χρόνων διαπνέονται από την μελαγχολία των γηρατειών, από θρησκευτικές ανησυχίες και μηνύματα θανάτου. Προς το τέλος της ζωής του, ασκητικές και μαυροντυμένες υπάρξεις με κέρινα πρόσωπα πήραν την θέση των λυγερόκορμων κοριτσιών. Η πολύχρονη θητεία του ως καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής. Αν και προσκολλημένος πάντα στις αρχές του ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου και ανεπηρέαστος από το ρεύμα των ιμπρεσιονιστών, εντούτοις προέτρεπε πάντα τους μαθητές του να είναι ανοιχτοί στις νέες τάσεις. Ως καλλιτέχνης και ως δάσκαλος, ο Λύτρας σημάδεψε την πορεία της νεοελληνικής ζωγραφικής. «Η αγάπη προς το ωραίο είναι η γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου», έλεγε. Το 1903 παρασημοφορήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Το 1909 (μετά τον θάνατό του) έργα του παρουσιάστηκαν στην έκθεση «Η σχολή του Πιλότυ 1885-1886» στην γκαλερί Heinemann του Μονάχου. Το 1933 πραγματοποιήθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με 186 έργα του. Τα ελληνικά ταχυδρομεία τον τίμησαν με την έκδοση γραμματοσήμου.
Η κλεμμένη
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΥΖΗΣ
Γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1842, στο Σκλαβοχώρι της Τήνου και ήταν ένα από τα 6 παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη. Ήταν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Διακρίθηκε σε όλα τα χρόνια των σπουδών του και πήρε τα πρώτα βραβεία στη ξυλογραφία, τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία. Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής. Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με την μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το Ευαγές Ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Τον Ιούνιο του 1865, ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα. Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο σκληρό γερμανικό περιβάλλον. Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσουτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner). Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty). Το 1871 τέλειωσε τις σπουδές του στο Μόναχο και τον Απρίλιο του 1872 επιστρέφει στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ. Στο διάστηµα του ταξιδιού είχε τη συναίσθηση ότι το άκρο άωτο κάθε ομορφιάς είναι αυτό που η Ελλάδα πάντα εξέπεμψε προς την ανθρωπότητα, και γράφει χαρακτηριστικά στο φίλο του Κούρτσµπαουερ: «Εδώ είναι κάθε γυναίκα, Αφροδίτη!». Μαζί με τον φίλο του Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στη Μικρά Ασία, όπου είδε προσβολές, σφαγές και κρεμάλες, όλη τη δυστυχία του ελληνισμού. Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1875 σχεδιάζει τις πρώτες παραλλαγές του Τάματος και τα Παιδικά αρραβωνιάσματα – ηθογραφική περίοδος της τέχνης του. Με τον πίνακα Η Τέχνη και τα πνεύματά της αρχίζει η ιδεαλιστική περίοδος της ζωγραφικής του. Δείχνει στα έργα αυτά μια ευαισθησία, λυρικότητα και ποιητική διάθεση. Ο ακαδημαϊσμός του πολλές φορές υποσκάπτεται από ιμπρεσιονιστική απελευθέρωση. Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι. Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες – την Πηνελόπη (γεν. 1878, πέθανε μόλις 12 ημερών), τη Μαργαρίτα-Πηνελόπη (γεν. 1879), τη Μαργαρίτα (γεν. 1881) και την Ιφιγένεια (γεν. 1890) και ένα γιο – τον Ονούφριο-Τηλέμαχο (γεν. 1884). Το 1880 ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Το 1881 πέθανε η μητέρα του κι ένα χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του. Το 1895 επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε. Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις αρχές του 1901 (4 Ιανουαρίου 1901 με το νέο ημερολόγιο). Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζουμε και ας ζητούμε να είμεθα εύθυμοι!» Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Νεκροταφείο του Μονάχου.
Καταστροφή Ψαρών
Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πάρα πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις, από το 1870 έως το 1900. Μάλιστα, μετά το θάνατό του, το 1901 τιμήθηκε με έκθεση έργων του στην 8η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση του Γκλασπαλάστ (Glaspalast). Σπουδαστής στην Ακαδημία του Μονάχου, είναι εμφανέστατα επηρεασμένος από τη γερμανική τεχνοτροπία της εποχής και ενστερνίσθηκε όλες τις αρχές των γερμανών δασκάλων του φτιάχνοντας έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας. Με τα έργα του (ειδικά αυτά της νεότητάς του) έλαβε τον χαρακτηρισμό «γερμανικότερος των Γερμανών» και επαινέθηκε με το παραπάνω από τους τεχνοκριτικούς και τον Τύπο της εποχής. Όμως δεν εφάρμοσε μόνο τις συνταγές της γερμανικής τέχνης, αλλά στράφηκε σε μορφές έκφρασης που εμπεριείχαν πρωτοπόρες ιδέες και ενσάρκωναν νέα ρεύματα. Δύο από τα μεγάλα «γερμανικά» του έργα: οι Ελεύθερες τέχνες και τα πνεύματα της καλλιτεχνικής βιοτεχνίας, που κοσμούσαν την οροφή Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Καϊζερσλάουτερν (1878–1880), και Ο θρίαμβος της Βαυαρίας, που κοσμούσε την αίθουσα συνεδριάσεων του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Νυρεμβέργης (1895–1899), καταστράφηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μερικά από τα έργα του, όπως Τα αρραβωνιάσματα (1875) και Το κρυφό σχολειό (1885, συλλογή Εμφιετζόγλου), βασίζονται σε προφορικούς θρύλους της εποχής της Τουρκοκρατίας, των οποίων η αντιστοιχία στην ιστορική πραγματικότητα αμφισβητείται σήμερα, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την καλλιτεχνική αξία των παραπάνω έργων. Άτομο βαθιά θρησκευόμενο, στράφηκε αργότερα προς τις αλληγορικές και τις μεταφυσικές παραστάσεις. Τα λεγόμενα «θρησκευτικά» του έργα, με πλέον χαρακτηριστικό τον πίνακα Ιδού ο Νυμφίος έρχεται (1895–1900, Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου), αντιπροσωπεύουν τα οράματα του ώριμου πλέον καλλιτέχνη και δηλώνουν απερίφραστα τις υπαρξιακές του αγωνίες. Κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του ήταν ο αγώνας του εναντίον του Κακού και η τελική νίκη του Καλού. Η σημαντικότερη μορφή στα έργα αυτά  είναι η γυναίκα, που άλλοτε εμφανίζεται ως Τέχνη, άλλοτε ως Μουσική, άλλοτε ως Άνοιξη, άλλοτε ως Δόξα, κ.λπ. Νεότεροι μελετητές του έργου του διακρίνουν ότι στα λιγότερο γνωστά ύστερα έργα του, και κυρίως στα σχέδιά του με κάρβουνο και κιμωλία, ο Γύζης δίνει μια εξπρεσιονιστική τάση απελευθέρωσης από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό. Ο Γύζης φιλοτέχνησε επίσης αφίσες και εικονογράφησε βιβλία.
Κρυφό σχολειό
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΟΝΑΚΗΣ
Οι γονείς του κατάγονταν από τη Βολάνη, ένα μικρό χωριό κοντά στο Ρέθυμνο, ενώ ο ίδιος γεννήθηκε το 1837 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε στο Γυμνάσιο της Σύρου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1856. Την ίδια χρονιά, με παρότρυνση των μεγαλύτερων αδελφών του, πήγε στην Τεργέστη για να δουλέψει ως λογιστής στο μεγάλο οίκο εμπορίας ζάχαρης Αφεντούλη. Ο Αφεντούλης εκτίμησε τις καλλιτεχνικές ικανότητες του νεαρού Βολανάκη από τα πάμπολλα σκαριφήματα με βάρκες, πλοία και λιμάνια που ο τελευταίος έφτιαχνε μέσα στις σελίδες των λογιστικών βιβλίων. Έτσι, αντί να απολύσει τον άτακτο λογιστή, ο Αφεντούλης ανέλαβε να τον στείλει στη Βαυαρία για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty), το 1860. Μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία του Μονάχου, ο Βολανάκης εργάστηκε στο Μόναχο, την Βιέννη και την Τεργέστη. Το 1883επέστρεψε στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 1903 δίδαξε στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας, αρχικά το μάθημα της Στοιχειώδους Γραφής και αργότερα το μάθημα της Αγαλματογραφίας. Πέθανε στον Πειραιά, στις 29 Ιουνίου του 1907.
Βόλος
Η θάλασσα, τα πλοία και τα λιμάνια ήταν η μόνιμη πηγή έμπνευσης του Βολανάκη. Μαζί με τον Θεόδωρο Βρυζάκη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Νικόλαο Γύζη και τον Γεώργιο Ιακωβίδη, θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Ωστόσο τα ιδιαιτέρως φωτεινά έργα του (όπως π.χ. το γνωστό Πανηγύρι του Μονάχου) δείχνουν κάποιες ιμπρεσιονιστικές τάσεις. Οι θαλασσογραφίες του κοσμούνε τις επισημότερες αίθουσες της Αυστρίας και της Ελλάδας, ακόμη και του ηλεκτρικού σταθμού (μετρό) του Πειραιά, ενώ κάποιοι άλλοι πίνακές του πωλήθηκαν σε διεθνείς δημοπρασίες για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Το Νοέμβριο του 2008 το έργο του Η Αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο σημείωσε νέο ιστορικό ρεκόρ για τιμή ελληνικού πίνακα σε δημοπρασία, πλησιάζοντας το ποσό των 2.000.000 ευρώ.
Η έξοδος του Άρη
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Γεννήθηκε το 1853 στα Χίδηρα της Λέσβου. Σε ηλικία 13 ετών πήγε στη Σμύρνη, για να ζήσει με τον θείο του, πρακτικό αρχιτέκτονα και να φοιτήσει στην Ευαγγελική Σχολή, ενώ παράλληλα εργαζόταν. Από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη και κυρίως για την ξυλογλυπτική. Το 1868 ακολούθησε το θείο του στη Μενεμένη για δύο έτη και το 1870 με την προτροπή και την οικονομική βοήθεια του Μιχαήλ Χατζηλουκά, ξυλέμπορου, συνεργάτη του θείου του, αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική στην Αθήνα. Το 1870, εγγράφηκε στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Δάσκαλοί του στην Αθήνα ήταν ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας και ο γλύπτης Λεωνίδας Δρόσης. Από το Σχολείο των Τεχνών αποφοίτησε με άριστα τον Μάρτιο του 1877, ενώ είχε ήδη αρχίσει να διακρίνεται για το ζωγραφικό του ταλέντο. Τον Νοέμβριο του 1877 έλαβε υποτροφία από το ελληνικό κράτος και αναχώρησε για το Μόναχο με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Δάσκαλοί του εκεί ήταν ο Λούντβιχ φον Λεφτς (Ludwig νοn Löfftz), ο Βίλχελμ φον Λίντενσμιτ (Wilhelm νοn Lindenschmidt) και ο Γκάμπριελ φον Μαξ (Gabriel νοn Max). Το 1883 αποφοίτησε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, αλλά για τα επόμενα δεκαεφτά χρόνια συνέχισε να εργάζεται στην ίδια πόλη. Το 1878 δημιούργησε στο Μόναχο δικό του εργαστήριο και σχολή ζωγραφικής θηλέων που λειτούργησε μέχρι το 1898. Με το ταλέντο και την εργατικότητά του, έγινε ευρύτατα γνωστός και αγαπητός. Οι διακρίσεις άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη: «Χρυσούν μετάλλιον» στην Αθήνα το 1888, ιδιαίτερο βραβείο των Παρισίων 1889, «Βραβείο τιμής» στην Βρέμη το 1890, «Χρυσούν μετάλλιον» του Βερολίνου το 1891, «Χρυσούν μετάλλιον» του Μονάχου το 1893, το «Οικονόμειον βραβείον» στην Τεργέστη το 1895, το βραβείο Βαρκελώνης το 1898 και το χρυσό μετάλλιο στο Παρίσι το 1900. Το 1889 πέθανε η σύζυγός του, Άγλα. Το γεγονός αυτό σημάδεψε την ζωή του και λέγεται πως κατόπιν σταμάτησε να ζωγραφίζει χαρούμενα παιδικά θέματα.
Παιδική Συναυλία (1894)

Το 1900 ιδρύθηκε η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας και ο Ιακωβίδης κλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση να επιστρέψει στην Ελλάδα και διορίστηκε πρώτος της διευθυντής. Μετά τον θάνατο του δασκάλου του Νικηφόρου Λύτρα το 1904, διορίστηκε ως άμισθος καθηγητής ελαιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών. Για την προσφορά του αυτή, του απονεμήθηκε ο «Χρυσούς Σταυρός των Ιπποτών». Κατά την ίδια περίοδο, ο Ιακωβίδης, ως ο αγαπημένος προσωπογράφος της βασιλικής οικογένειας (υπήρξε προσωπικός φίλος του φιλότεχνου πρίγκιπα Νικολάου) και της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας, ήταν ήδη ένας από τους λίγους ευκατάστατους Έλληνες ζωγράφους. Το 1910, με τον διαχωρισμό της Σχολής Καλών Τεχνών από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με βασιλικό διάταγμα τού ανατέθηκε η διεύθυνση του Σχολείου των Καλών Τεχνών. Το 1914 ο Ιακωβίδης τιμάται με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1918 την θέση του στην διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης αναλαμβάνει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1926, ορίζεται ως ένα από τα 38 αριστίνδην μέλη της νεοσυσταθείσας Ακαδημίας Αθηνών. Το 1930, αποχωρεί από τη διεύθυνση της Ανωτάτης, πλέον (μετά την αναδιοργάνωσή της) Σχολής Καλών Τεχνών, με τον τίτλο του «επιτίμου διευθυντού». Πέθανε το 1932, λίγο καιρό πριν κλείσει τα ογδόντα του. Η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση τον Νοέμβριο του 2005.

Τα πρώτα βήματα
Ο Ιακωβίδης υπηρέτησε πιστά τον γερμανικό ακαδημαϊκό νατουραλισμό της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Τα θέματά του, παρότι ζωντανά και γεμάτα ελληνικό φως, διακατέχονται από την θεατρικότητα και την αυστηρότητα που επέβαλε ο ακαδημαϊσμός. Η στάση του απέναντι στον γαλλόφερτο ιμπρεσιονισμό ήταν ιδιαιτέρως επικριτική. Γι’ αυτό κατηγορήθηκε ότι έβαλε τροχοπέδη στην εισαγωγή νεωτεριστικών καλλιτεχνικών ρευμάτων στην Ελλάδα. Εντούτοις, νεότεροι τεχνοκριτικοί βρίσκουν ότι ο συντηρητικός Ιακωβίδης δεν στάθηκε εμπόδιο σε νεωτεριστές μαθητές του, έστω κι αν δεν συμμεριζόταν τους δρόμους που ακολουθούσαν. Στα χρόνια της παραμονής του στη Γερμανία, τα θέματα του ήταν κυρίως σκηνές της καθημερινής ζωής, ιδίως συνθέσεις με παιδιά, εσωτερικά σπιτιών, νεκρές φύσεις, λουλούδια και άλλα. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα στράφηκε προς την δημιουργία πορτραίτων και υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους Έλληνες προσωπογράφους. Ο Γεώργιος Ιακωβίδης έχει αφήσει μεγάλο ζωγραφικό έργο, περί τους 200 ελαιογραφικούς πίνακες που σώζονται στα μεγαλύτερα μουσεία της Ευρώπης και Αμερικής, στη Πινακοθήκη Αθηνών και σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές. Διακρίθηκε ως ζωγράφος παιδικών σκηνών, προσωπογραφίας και ανθογραφίας. Από τα έργα του τα πιο γνωστά είναι: η Παιδική συναυλία (Πινακοθήκη Αθηνών), ο Παιδικός καυγάς, ο Κακός εγγονός, το Σκουλαρίκι, ο Πάππος και εγγονός, τα Πρώτα βήματα, η Μητρική στοργή, το Κτένισμα της εγγονής, η Κρέουσα κ.ά. Οι παιδικές σκηνές των έργων του χαρακτηρίστηκαν δείγματα νατουραλιστικής ειλικρίνειας. Το προσωπικό ημερολόγιο του καλλιτέχνη, όπου αναγράφονται τα έργα του χρονολογικά από το 1878 έως το 1919, δωρίθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη από τον γιο του ζωγράφου τον γνωστό ηθοποιό Μιχάλη Ιακωβίδη το 1951.
Παιδικές συναυλίες

Μια ξεχωριστή μορφή μεταξύ των Ελλήνων καλλιτεχνών αποτελεί ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ από τη Λέσβο. Δεν είναι ο σπουδαγμένος καλλιτέχνης που άφησε έργα μελετημένα, που τραβούν πάνω τους τα βλέμματα, αλλά ένας απλός τύπος που ζωγραφίζει για να βγάλει το ψωμί του.

theofilos_upslider

Σήμερα πολλοί από τους πίνακές του εκτίθενται στο «Μουσείο του Θεόφιλου» στη ΒαρειάΜυτιλήνης. Σε μια σύντομη βιογραφία για τον Θεόφιλο και το έργο του, ο Ν.Δαμδούμης, τ. διευθυντής του Μουσείου, γράφει: «Ο Θεόφιλος γεννήθηκε γύρω στα 1868 στη Μυτικήνη, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ανήσυχος κι ονειροπαρμένος, ζώντας σ΄ έναν κόσμο δικό του, δεν έδειξε καμιά επιμέλεια ούτε στα γράμματα ούτε στην τέχνη του σοβατζή, στην οποία τον ώθησαν οι δικοί του.  Το μεράκι του ήταν να ζωγραφίζει.

teo1

Πολύ νωρίς περνάει απέναντι, στη Σμύρνη, όπου βρίσκει το κατάλληλο κλίμα για να δημιουργήσει. Μετά φεύγει για το Πήλιο, όπου θα ζήσει για τα επόμενα 30 χρόνια.  Περιπλανιέται στα πηλιορείτικα χωριά, ντυμένος άλλοτε τσολιάς κι άλλοτε Μεγαλέξαντρος, δημιουργώντας μια θαυμάσια ζωγραφική μέσα σ΄ έναν κόσμο που τον περιγελούσε, τον πείραζε.

Μετά την απελευθέρωση της Λέσβου, το 1913 επιστρέφει στη Μυτιλήνη, για να δημιουργήσει τα έργα της τρίτης περιόδου, που τελειώνει με τον θάνατό του το 1934. Τη ζωγραφική του τη χαρακτηρίζει η ζωντάνια, ο αυθορμητισμός, η δροσιά, η χρωματική ευφορία. Οι μελετητές του έργου του υπογράμμισαν τις καθαρά ζωγραφικές αρετές του έργου του: τη χρωματική του ποιότητα, τον πλούτο των χρωμάτων και των σπάνιων τόνων τους και, τέλος, τη θαυμάσια χρήση του ελληνικού φωτός ».

Ο Θεόφιλος θα παρέμενε άγνωστος, αν δεν πρόσεχε το έργο του ο τεχνοκρίτης και εκδότης καλλιτεχνικών περιοδικών και βιβλίων, ο Λέσβιος Στρατής Θ. Ελευθεριάδης (Teriade).

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ
Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1878 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ιταλίδα. Ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος, που με το έργο του έφερε σημαντική αλλαγή στα εικαστικά δρώμενα της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αιώνα. Από το 1895 έως το 1903, σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης κοντά στον γερμανό ζωγράφο Καρλ Ντίφφενμπαχ (γερμ., Karl Dieffenbach) και παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα μουσικής στο Ωδείο της πόλης. Στην Βιέννη πραγματοποίησε την πρώτη έκθεση έργων του το 1899 (στο Boehms Künstlerhaus), ενώ τον αμέσως επόμενο χρόνο (1900) εξέθεσε έργα του και στην Αθήνα. Το 1903 επέστρεψε στην Ελλάδα για να ασχοληθεί αρχικά με την αγιογραφία. Έως το 1907, έζησε στον Πόρο, όπου φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου. Το 1908 φιλοτέχνησε τις αγιογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο. Από το 1909 έως το 1914, έζησε στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στον μεταϊμπρεσσιονισμό για να διαμορφώσει τελικά το δικό του προσωπικό ύφος. Στο Παρίσι, συμμετείχε σε εκθέσεις ζωγραφικής πετυχαίνοντας σημαντικές διακρίσεις (βραβείο για τον πίνακα Η πλαγιά, 1910• πρώτο βραβείο σε έκθεση θρησκευτικής τέχνης για τον πίνακα Ο Ευαγγελισμός, 1911). Το 1915 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα και το 1917 μετοίκησε οριστικά στην Αθήνα. Το 1917, μαζί με τον Νικόλαο Λύτρα, τον Κ. Μαλέα, τον Θεόφρ. Τριανταφυλλίδη και άλλους ζωγράφους, ίδρυσε την Ομάδα «Τέχνη», με στόχο την ανατροπή του συντηρητικού ακαδημαϊσμού που τότε εξακολουθούσε να επικρατεί στην αθηναϊκή καλλιτεχνική ζωή.
Το 1918, του ανατέθηκε η αγιογράφηση του ναού του Αγίου Αλεξάνδρου στο Παλαιό Φάληρο. Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλη έκθεσή του στο Ζάππειο με περισσότερους από 240 πίνακες. Η φήμη του είχε ήδη αρχίσει να μεγαλώνει και έτσι οι διακρίσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Το 1920 βραβεύθηκε με το Εθνικό Αριστείο Τεχνών για την έκθεση που είχε κάνει στο Ζάππειο δύο χρόνια νωρίτερα, ενώ το 1937 τιμήθηκε με το χρυσό βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού (γαλλ., Exposition internationale des arts et techniques dans la vie moderne) για το έργο του Ο Ηρακλής μάχεται με τις Αμαζόνες. Το 1938, στην Μπιενάλε της Βενετίας, η κυβέρνηση της Ιταλίας αγόρασε έναν πίνακα του ζωγράφου με θέμα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η Ομάδα «Τέχνη» συνδέονταν με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, επειδή επρόκειτο για κίνημα εκσυγχρονιστικό. Έτσι, με παρέμβαση του Βενιζέλου, το 1930 ο Παρθένης διορίσθηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Παρότι κοντά του σπούδασαν σπουδαίοι μετέπειτα έλληνες ζωγράφοι (Γ. Τσαρούχης, Ν. Εγγονόπουλος, Δ. Διαμαντόπουλος, Ρέα Λεονταρίτου, κ.ά.), εντούτοις τελικά το 1946, παραιτήθηκε την καθηγητική έδρα μην μπορώντας να ανεχθεί τον συντηρητισμό της Σχολής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωνσταντίνος Παρθένης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Προς το τέλος της ζωής του, ο Παρθένης έπαθε παράλυση και σταμάτησε κάθε δραστηριότητα. Πέθανε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου του 1967, ενώ η κόρη του, Σοφία, και ο γιος του, Νίκος, είχαν ήδη μπλεχτεί σε δικαστική διαμάχη για την κηδεμονία του παράλυτου πατέρα τους.
Ο Σταυρωμένος Χριστός (Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών)
Ο Παρθένης αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική. Αρχικά, οι σπουδές του στη Βιέννη και η μουσική του παιδεία, τον έφεραν κοντά στο γερμανικό συμβολισμό και στον πρώιμο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Αργότερα, η επαφή του με τον μεταϊμπρεσσιονισμό στο Παρίσι και η βαθιά γνώση της βυζαντινής αγιογραφίας τον ώθησαν προς τη διαμόρφωση ενός τελείως προσωπικού ύφους, όπου μέσα σε λαμπερά και εξαϋλωμένα χρώματα παρουσιάζεται μια εξιδανικευμένη Ελλάδα. Η «ελληνικότητα» των έργων του, και η επίδραση του έργου στις κατοπινές γενεές ελλήνων ζωγράφων τον κατατάσσει στους προδρόμους και διαμορφωτές της «Γενιάς του ’30». Έργα του Παρθένη βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων και σε πολλές άλλες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον του κοινού για έργα του ζωγράφου έχει αναζωπυρωθεί και πίνακές του πωλήθηκαν σε πολύ υψηλές τιμές σε διεθνείς δημοπρασίες.
Αποθέωση Αθανασίου Διάκου
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Σπουδαίος Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του ’30». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά. Το πραγματικό του όνομα ήταν Φώτιος Αποστολέλης και γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, στις 8 Νοεμβρίου 1895. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του και την κηδεμονία αυτού και τριών μεγαλύτερων αδερφιών του ανέλαβε ο θείος του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί, όπου τελείωσε το σχολείο το 1912. Στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, που ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του περιοδικού για την εικονογράφηση βιβλίου, για την εικονογράφηση της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία. Τότε έγραψε και το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, το Pedro Cazas. Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι», στον οποίο συμμετείχαν επίσης ο Ηλίας Βενέζης, ο Στρατής Δούκας, ο Ευάγγελος Δαδιώτης, ο Πάνος Βαλσαμάκης και άλλοι εξέχοντες λόγιοι, και εξέδωσε το Pedro Cazas και διορίστηκε στο Παρθεναγωγείο Κυδωνίων, όπου δίδασκε Γαλλική Γλώσσα και Ιστορία της Τέχνης.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή πήγε αρχικά στη Μυτιλήνη και έπειτα στην Αθήνα, μετά από πρόσκληση Ελλήνων λογοτεχνών που διάβασαν το βιβλίο του και ενθουσιάστηκαν, όπως η Έλλη Αλεξίου, ο Μάρκος Αυγέρης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος, όπου ανακάλυψε τη βυζαντινή ζωγραφική, αντέγραψε πολλά έργα και έγραψε αρκετά κείμενα. Όταν επέστρεψε, εξέδωσε το λεύκωμα Η Τέχνη του Άθω και έκανε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του. Το 1925 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία (στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, στον Μυστρά, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο) και ως αγιογράφος σε ναούς (στην Καπνικαρέα, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, στον Άγιο Ανδρέα της οδού Λευκωσίας στην Αθήνα, στον Άγιος Γεώργιο Κυψέλης, στα παρεκκλήσια Ζαΐμη στο Ρίο και Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, στη Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία, στη Μητρόπολη της Ρόδου και αλλού), ενώ έκανε και την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών. Αντιδρώντας στον εκδυτικισμό αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας: μαζί με τον Κωστή Μπαστιά και το Βασίλη Μουστάκη κυκλοφόρησαν το περιοδικό «Κιβωτός», όπου με άρθρα και φωτογραφικό υλικό ενίσχυαν τον αγώνα του Κόντογλου. Mια τέτοια προσπάθεια περιέκλειε και κάποια μειονεκτήματα: ο Κόντογλου κουβαλούσε από την περίοδο της μαθητείας του στο Παρίσι την αγάπη των Εμπρεσιονιστών για τις πρωτόγονες τέχνες και γυρίζοντας στην Ελλάδα μελέτησε και αντέγραψε τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής με τέτοια κριτήρια. Έτσι η βυζαντινή εικόνα έπρεπε να είναι καθαρή και ανόθευτη από κάθε άλλη επίδραση. Ένα πνεύμα στρατεύσεως θα χαρακτηρίσει την δημιουργία του, καθώς ο ίδιος μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο θα γράψει «πως αποφασίζει να αφιερώσει το τάλαντό του στο Χριστό», κάτι που απουσίαζε στους πρώτους Χριστιανούς και τους Βυζαντινούς. Γι’ αυτό και η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον προπολεμικό και τον μεταπολεμικό Κόντογλου. Πριν τον πόλεμο θα εισηγηθεί στον Αναστάσιο Ορλάνδο, Διευθυντή της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, οι εκκλησίες να χτίζονται και να διακοσμούνται με τοιχογραφίες βυζαντινότροπες. Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1961 για το βιβλίο Έκφραση της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, με το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.
Προμηθέας
ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ – ΓΚΙΚΑΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 1906 και ήταν σημαντικός Έλληνας ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης, εικονογράφος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Διετέλεσε καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και ιδρυτικό μέλος του ελληνικού τμήματος της «AICA» (Association Internationale des Critiques d’ Art, Διεθνής Ένωση Κριτικών Τέχνης). Πατέρας του ήταν ο καταγόμενος από τα Ψαρά αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος. Μητέρα του η Ελένη Γκίκα, της γνωστής οικογένειας Γκίκα, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Ύδρα. Ο μικρός Νίκος βρισκόταν κάθε καλοκαίρι στο νησί και αυτή η διαμονή του επηρέασε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Οι γονείς του, με την παραίνεση του σχολείου του, στο οποίο είχε απαλλαγεί από το μάθημα της ιχνογραφίας λόγω εξαίρετων επιδόσεων, αντιλαμβανόμενη το ταλέντο του νεαρού τον έστειλαν να μαθητεύσει αρχικά κοντά στον Βασίλη Μαγιάση (1917) και στον Κωνσταντίνο Παρθένη (1921). Το 1922 ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στο Λεόντειο Λύκειο και αρχικά εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1923 εγκαταλείπει τη Σχολή και την Αθήνα, μετοικώντας για σπουδές στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στη Σορβόννη, παρακολουθώντας μαθήματα γαλλικής και ελληνικής φιλολογίας και αισθητικής. Το 1923 συμμετέχει σε ομαδική έκθεση στη γκαλερί Salon des Independants. Τον επόμενο χρόνο εγγράφεται στην Academie Ranson, όπου παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής, με καθηγητή τον Ροζέ Μπισιέρ (Roger Bissiere) και χαρακτικής με καθηγητή το Δημήτρη Γαλάνη, συμμετέχοντας παράλληλα σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη ατομική του έκθεση οργανώνεται το 1927 στην Galerie Percier στο Παρίσι. Το 1928 εκθέτει για πρώτη φορά στην Αθήνα, από κοινού με τον γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο στη γκαλερί «Στρατηγοπούλου». Την ίδια χρονιά καλείται να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, την οποία ολοκληρώνει το 1929. Όταν απολύεται νυμφεύεται την ποιήτρια Αντιγόνη Κοτζιά και αναχωρούν μαζί για το Παρίσι.
Το 1930 συμμετέχει στην έκθεση που οργανώνεται στο Salon des Surindépendants στο Παρίσι και στην έκθεση της ομάδας «Τέχνη 1930» στο Ζάππειο Μέγαρο της Αθήνας. Στις εκθέσεις αυτές συμμετέχει και το 1931. Το 1932 δημοσιεύει στο περιοδικό «Πολιτεία» άρθρο σχετικό με τα ιταλικά σχέδια του Μουσείου του Λούβρου. Συμμετέχει εκ νέου στην έκθεση του Salon des Surindépendants. Το 1933 διοργανώνει στην Αθήνα το 4ο Διεθνές Αρχιτεκτονικό Συμπόσιο, στο οποίο συμμετέχουν μεγάλα ονόματα του χώρου, όπως οι Λε Κορμπυζιέ, Φερνάν Λεζέ, Κριστιάν Ζερβός κ. ά. ενώ συμμετέχει με γραπτά του, σχετικά με την αισθητική, στο περιοδικό «Σήμερα», το οποίο εκδίδουν οι Μιχάλης Τόμπρος και Κώστας Ουράνης. Το 1934 εκθέτει στην Gallerie des Cahiers d’ Art του Παρισιού πίνακες και γλυπτά του, ενώ συμμετέχει σε διεθνείς εκθέσεις τόσο στο Παρίσι όσο και στη Βενετία. Το 1935 εκθέτει 61 πίνακές του στη Λέσχη των Καλλιτεχνών, μαζί με έργα του Τόμπρου και του Μιχαήλ Γουναρόπουλου. Εκδίδεται από τον Ανατόλ Γιακοβσκί (Anatole Jakovski) λεύκωμα με έργα χαρακτικής 23 κορυφαίων καλλιτεχνών, όπως οι Πάμπλο Πικάσο, Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Βασίλι Καντίνσκι κ.ά. στο οποίο περιλαμβάνει έργα του. Την ίδια χρονιά ξεκινά νέα δραστηριότητα: Μαζί με τους Δημήτρη Πικιώνη, Σωκράτη Καραντινό και Τ. Κ. Παπατσώνη, με τους οποίους συνδέεται φιλικά, εκδίδει το περιοδικό «Το 3ο Μάτι». Ο Γκίκας την επόμενη τριετία ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, μεταξύ Αθήνας και Ύδρας. Σχεδιάζει τα κοστούμια θεατρικών παραστάσεων, όπως του έργου «Όπως Αγαπάτε» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Θέατρο «Κοτοπούλη») και του έργου «Η Ζήλια του Μπαρμπουγιέ» του Μολιέρου («Νέα Δραματική Σχολή» Σ. Καραντινού, 1938). Άρθρα του σχετικά με την τέχνη και τη ζωγραφική εμφανίζονται σε ελληνικά περιοδικά (Τέχνη και Νέον Κράτος). Το 1938 συμμετέχει στην Πανελλήνια Έκθεση Χαρακτικής στο Ζάππειο μέγαρο και το 1939 συμμετέχει σε έκθεση ζωγραφικής στον ίδιο χώρο με δύο έργα του, ένα από τα οποία είναι ο πολύ γνωστός πίνακάς του Το μεγάλο τοπίο της Ύδρας. Ο Λόρενς Ντάρελ και ο Γιώργος Κατσίμπαλης τον φέρνουν σε επαφή με τον Χένρι Μίλερ. Οι δύο άνδρες συνδέονται με στενή φιλία, ο Γκίκας φιλοξενεί τον Μίλερ στο σπίτι του στην Ύδρα και κάνουν μαζί εκδρομές στους Δελφούς και την Ελευσίνα.[1]
Αυλή στην Ύδρα
Το 1940 με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου επιστρατεύεται και υπηρετεί στο Μηχανικό. Με τη λήξη του πολέμου η Αρχιτεκτονική σχολή του ΕΜΠ προκηρύσσει θέση καθηγητή. Ο Γκίκας θέτει υποψηφιότητα και το 1941 εκλέγεται καθηγητής της Σχολής. Στη θέση αυτή παραμένει μέχρι το 1958. Στις δεκαετίες του 1950, του 1960, του 1970 και του 1980 πραγματοποιεί πολυάριθμες εκθέσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Βελιγράδι, τη Στοκχόλμη, την Οττάβα, το Σινσινάτι, τη Νέα Υόρκη, την Ουάσιγκτον, το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, το Σαιντ Ετιέν και, φυσικά, την Αθήνα. Εικονογραφεί βιβλία και σχεδιάζει κοστούμια για πολλές παραστάσεις. Το 1970 η Ακαδημία Αθηνών του απονέμει το «Αριστείο Καλών Τεχνών» και το 1972 τον εκλέγει τακτικό της μέλος στην έδρα των Εικαστικών Τεχνών. Το 1979 παρουσιάζεται στην British Academy of Film and TV International TV Festival ταινία του Βασίλη Μάρου, με θέμα τη ζωή του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα. Στην Αθήνα κυκλοφορούν τα βιβλία του Ελληνικοί Προβληματισμοί (1982), Ανίχνευση της Ελληνικότητας (1984) και Γέννηση της Νέας Τέχνης (1987). Το 1982 εκλέγεται επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1987 επίτιμο μέλος της βρετανικής «Royal Academy of Arts» και το 1991 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνεχίζει να εκθέτει τόσο στην Αθήνα όσο και στην Άνδρο αλλά και στο εξωτερικό. Τελευταία έκθεσή του το 1994 (μικρογλυπτική και κόσμημα). Πέθανε στην Αθήνα, στο σπίτι του στην οδό Κριεζώτου, στις 3 Σεπτεμβρίου 1994.
Μεγάλο Τοπίο της Ύδρας, 1938
Εκτός από τη ζωγραφική, όπου είχε μεγάλη και πολύ σημαντική παραγωγή, ο Γκίκας ασχολήθηκε με τη γλυπτική, τη χαρακτική, τη σκηνογραφία και την εικονογράφηση βιβλίων αλλά και την κριτική τέχνης. Συνέγραψε βιβλία, άρθρα και μελέτες για την Αρχιτεκτονική και την Αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη. Η Ύδρα των παιδικών του χρόνων έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αισθητικής του, καθώς του επέτρεψε να συνδυάσει στοιχεία γεωμετρικού κυβισμού, αρχιτεκτονικής και φωτός. Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι επηρεάστηκε βαθύτατα από το έργο του Ματίς, αλλά σημαντική ήταν, επίσης, η επίδραση των Μπρακ και Πικάσο. Η παρουσία του Γκίκα ως κριτικού τέχνης είναι ένα κοινό σημείο με τον Ελύτη, αφού δημοσίευσε αρκετά κείμενα για Έλληνες ποιητές, για εικαστικούς καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες, Έλληνες και ξένους. Έργα του καλλιτέχνη βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στη Δ. Ευρώπη και στις Η.Π.Α, αλλά και σε πολλά μουσεία του εξωτερικού. (Musée d’ art moderne, Παρίσι Tate Gallery Λονδίνο, Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη). Το 1986 ο Γκίκας επιλέγει 46 έργα του και τα δωρίζει στην Εθνική Πινακοθήκη. Πράττει το ίδιο το 1991, δωρίζοντας ολόκληρη την προσωπική του συλλογή, μαζί με το σπίτι της οδού Κριεζώτου, στο Μουσείο Μπενάκη. Το σπίτι του μετατράπηκε σε μουσείο πριν το θάνατό του, διασκευασμένο από τον ίδιο και με τα δωμάτια να παραμένουν όπως ήταν όταν τα χρησιμοποιούσε. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες της εποχής του.[2]
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
Γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1910 στον Πειραιά και ήταν ζωγράφος και σκηνογράφος. Τα πρώτα του έργα τα εξέθεσε το 1929 στο «Άσυλο Τέχνης». Η επιτυχία που σημείωσε τον οδήγησε στη συνέχεια να φοιτήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1929-1935) με καθηγητές τους Ιακωβίδη, Βικάτο και Παρθένη. Παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Κόντογλου (1931-1934), ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή αγιογραφία, ενώ μελέτησε την λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί με τους Πικιώνη, Κόντογλου και Αγγ. Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης. Την περίοδο 1935-1936, αφού πρώτα επισκέφτηκε τη Κωνσταντινούπολη, ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Ιταλία. Επισκεπτόμενος τα διάφορα μουσεία ήρθε σε επαφή με δημιουργίες της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού καθώς και με τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Ανακάλυψε το έργο του Θεόφιλου και γνώρισε καλλιτέχνες όπως ο Ματίς και ο Τζακομέτι.
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910 και καταγόταν από τη γνωστή οικογένεια Μεταξά από τα Ψαρά. Το 1938, δυο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης στην Αθήνα με έργα που παρουσίαζαν ιδιαίτερη προσωπικότητα που εξήραν οι τότε τεχνοκριτικοί Παπαντωνίου και Καπετανάκης. Το 1940 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό. Το 1947 πραγματοποίησε 2 ατομικές εκθέσεις με υδατογραφίες και θεατρικά προσχέδια. Το 1950 μετέβη εκ νέου στο Παρίσι όπου ένα χρόνο μετά, το 1951, εξέθεσε στο Παρίσι και στο Λονδίνο στη «Ρέτφρι Γκάλερι», ενώ το 1953 υπέγραψε συμβόλαιο με τη γκαλερί Ιόλας της Ν. Υόρκης. Το 1956 υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και το 1958 πήρε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1967 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Το 1982 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, στο σπίτι του καλλιτέχνη, που ο ίδιος μετέτρεψε σε Μουσείο παραχωρώντας την προσωπική συλλογή των έργων του. Παράλληλα λειτουργεί το Ίδρυμα Τσαρούχη με σκοπό τη διάδοση του έργου του ζωγράφου.
Οι 4 εποχές
Παράλληλα με τη ζωγραφική ο Γιάννης Τσαρούχης ασχολήθηκε και με τη θεατρική σκηνοθεσία και μάλιστα από το 1928. Σχεδίασε σκηνικά και ενδυμασίες για τα θέατρα «Εθνικό» ή «Βασιλικό», «Κοτοπούλη», «Δημοτικό» Πειραιώς κ.ά. ειδικά πρόζας, καθώς και για το κλασσικό έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» που ανέβηκε το 1954, στο τότε Βασιλικό κήπο και σήμερα «Εθνικό». Στο έργο του Γιάννη Τσαρούχη εκφράζεται κυρίως η χαρά και το θαύμα της ζωής. Προσπάθησε να ισορροπήσει τις μεγάλες παραδόσεις και να συλλάβει τις αιώνιες καλλιτεχνικές αξίες. Οι πίνακές του περικλείουν αφομοιωμένα πολλά λαϊκά και λαογραφικά στοιχεία ιδιαίτερα του λιμένος του Πειραιά. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους με διεθνή προβολή και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Παράλληλα όμως εργάσθηκε και ως σκηνογράφος τόσο σε ελληνικά όσο και σε ξένα θέατρα με μεγάλη πάντα επιτυχία. Σ’ αυτόν οφείλεται η καθιέρωση, σχεδόν σε όλες τις σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου που γυρίστηκαν σε λαϊκά κέντρα, της παρουσίας του ναύτη είτε σε χορό είτε όχι, θεωρούμενη μάλιστα και απαραίτητη. Το 1977 ανέβασε ο ίδιος τις Τρωάδες του Ευριπίδη σε δική του νεοελληνική απόδοση με δική του διδασκαλία & σκηνογραφία. Πέθανε στην Αθήνα το 1989.
Καφενείο «Το Νέον»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ
Γεννήθηκε στις 23 Απριλίου του 1916 στην Άρτα και ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος της λεγόμενης «γενιάς του ’30». Το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Σε ηλικία 15 ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για να σπουδάσει κοντά στον Αργυρό, τον Γερανιώτη, τον Παρθένη και τον Κεφαλληνό ζωγραφική και χαρακτική. Το 1936 αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών και τον επόμενο χρόνο, με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, έφυγε για τη Ρώμη. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου φοίτησε και παρακολούθησε μαθήματα νωπογραφίας, στην École Nationale des Beaux Arts, στα εργαστήρια ζωγραφικής και τοιχογραφίας. Παράλληλα εγγράφηκε στην École des Arts et Metiers, για τη σπουδή του ψηφιδωτού. Το 1947 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
Το 1949 μαζί με αρκετούς ακόμα Έλληνες ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Ν. Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Γ. Τσαρούχης, ο Ν. Νικολάου και ο Ν. Εγγονόπουλος, συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής ομάδας «Αρμός», ενώ συμμετείχε στην πρώτη έκθεση της στο Ζάππειο, το 1950. Από το 1954, ξεκίνησε η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, ενώ αργότερα συνεργάστηκε και με το Εθνικό Θέατρο. Το 1957 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο, στην Μπιενάλε της Βενετίας στα πλαίσια της οποίας προτάθηκε για ένα μικρό διεθνές βραβείο. Το 1959, πραγματοποιήθηκε η πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα, στην αίθουσα εκθέσεων «Αρμός».
Επιτύμβια σύνθεση (1958)
Το έργο του Μόραλη περιλαμβάνει επιπλέον εικονογραφήσεις βιβλίων των ποιητών Ελύτη και Σεφέρη, εξώφυλλα δίσκων μουσικής, γλυπτά, τοιχογραφίες καθώς και σκηνικά και κουστούμια για το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος και τα μπαλέτα του Ελληνικού Χοροδράματος. Στα πιο γνωστά του έργα συγκαταλέγονται οι διακοσμήσεις της ΒΔ και της ΝΑ πλευράς του Ξενοδοχείου Χίλτον της Αθήνας, και οι συνθέσεις του στον σταθμό Πανεπιστημίου του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου της Αθήνας. Ο Μόραλης τιμήθηκε πρώτη φορά με βραβείο ζωγραφικής το 1940. Το 1965, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τού απένειμε τον Ταξιάρχη του Φοίνικος. Το 1973 έλαβε Χρυσό Μετάλλιο στην Διεθνή Έκθεση του Μονάχου. Το 1979 του απονεμήθηκε το Αριστείο των Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Αποχώρησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1983, και το 1988, η Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση. Το 1999 του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής. Έργα του ανήκουν σε δημόσιες και ιδιωτικές σχολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2009.
Νέα γυναίκα (1971)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΤΑΡΑΣ
Ο Μυταράς είναι ένας από του σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους με διεθνή καταξίωση και καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ).
Γεννήθηκε στη Χαλκίδα τον Ιούνιο του 1934. Σπούδασε ζωγραφική στη ΑΣΚΤ (1953-1958) έχοντας καθηγητές τον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά. Συνέχισε σπουδές στη σκηνογραφία στην «Ecole Superieure des Arts Decoratifs» καθώς και εσωτερική διακόσμηση στη «Metiers d’ Art» στο Παρίσι (1960-1964) με υποτροφία του ΙΚΥ. Το 1975 εκλέχθηκε καθηγητής της ΑΣΚΤ. Έργα του έχουν εκτεθεί στην Αθήνα, σε ατομικές εκθέσεις στις γκαλερί «Ζυγός», «Άστορ», «Μέρλιν», αίθουσα Τέχνης (Θεσσαλονίκη), καθώς επίσης και στη Μπολόνια, Φλωρεντία, Ρώμη, Γένοβα κ.ά.. To Μάρτιο του 2008 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Μυταράς ομιλεί επίσης γαλλικά και είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών (Πολύγωνο).
Ελληνικό τοπίο
ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το διάστημα 1956-1960 στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη. Μελέτησε την αρχαία ελληνική αγγειογραφία και τη Βυζαντινή εικονογραφία. Παρακολούθησε μαθήματα λιθογραφίας στην Ecole des beaux-arts του Παρισιού, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης (1962-1964), κοντά στους Clairin και Dayez. Το 1966 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, ενώ από το 1974 ζει και εργάζεται στο Παρίσι και την Αθήνα. Από το 1959, χρονιά της πρώτης ατομικής του παρουσίασης στην Αθήνα, έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από εβδομήντα ατομικές εκθέσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Παρίσι, Μόναχο, Τόκυο, Αμβούργο, Ζυρίχη, Μιλάνο, Βηρυτό, Στοκχόλμη, Λονδίνο και αλλού. Συμμετείχε επανειλημμένα σε ομαδικές εκθέσεις και γνωστές διεθνείς διοργανώσεις ανά την υφήλιο. Ο Φασιανός ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, το σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο Αθηνών (Αμερική του Κάφκα σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, 1975, Ελένη του Ευριπίδη, 1976, Όρνιθες του Αριστοφάνη, 1978 κ.ά.). Ανέλαβε την εικονογράφηση αρκετών βιβλίων, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, γνωστών ποιητών και συγγραφέων. Έχει επίσης εκδώσει και δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά. Για το σύνολο της δουλειάς του έχουν γυριστεί τέσσερις ταινίες για την ελληνική και τη γαλλική τηλεόραση, ενώ κυκλοφορούν μονογραφίες που αναφέρονται στην εικαστική παραγωγή του.
Κόκκινο ποδήλατο
Το χαρακτηριστικό ύφος του Φασιανού διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στη διάρκεια της πορείας του: άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και τη χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο. Ο Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχεί η μορφή του αξιωματικού, με τα φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, τα φανταχτερά σιρίτια στη στολή και το γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη, που γεμίζουν το χώρο, μόλις αγγίζοντας η μία την άλλη, μένοντας ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά σε μία μάζα.
Η οικογένεια Φασιανού έξω από την Αγιά Σοφιά
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Για τη σχέση αυτή θα εκδώσει, το 1991, το βιβλίο «Ν. Χ. Γκίκας – Χένρυ Μίλερ. Χρονικό φιλίας».
[2] Ο Οδυσσέας Ελύτης αφιέρωσε εκτενές άρθρο στον καλλιτέχνη: «Η σύγχρονη ελληνική τέχνη και ο ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τεύχος 11, τομ. 2ος, Αθήνα, 1947.

 

 

 


 

1955 .Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΩΝ

Την 1η Απριλίου 1955 οι Ελληνοκύπριοι ξεσηκώθηκαν για να αποτινάξουν τον βρετανικό ζυγό, με στόχο την «Ένωσιν» με τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα. Ο αγώνας τους έληξε με τις «Συμφωνίες Λονδίνου – Ζυρίχης» (19 Φεβρουαρίου 1959), με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

3 Μαρτίου Σαν σήμερα ο Γρηγόρης Αυξεντίου πέφτει ηρωϊκά μαχόμενος αρνούμενος να παραδοθεί στους Άγγλους | iEllada.gr

Το αίτημα των Ελληνοκυπρίων για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στη Μεγαλόνησο και την ένωση με την Ελλάδα ήρθε δυναμικά στο προσκήνιο το 1950, με το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου (το διοργάνωσε η Εκκλησία της Κύπρου και το 95,7% των ψηφισάντων τάχθηκε υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα) και την εκλογή του Μακαρίου Γ’ ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου στις 20 Οκτωβρίου. Ήταν η εποχή που η αποικιοκρατία έπνεε τα λοίσθια και η μία μετά την άλλη οι κατακτημένες χώρες επιζητούσαν δυναμικά την ανεξαρτησία τους.

1η Απριλίου 1955: Όταν οι Κύπριοι ξεσηκώθηκαν κατά του βρετανικού ζυγού - Αφιερώματα | News 24/7

Οι κυβερνήσεις των Αθηνών, με την προτροπή της ελληνοκυπριακής ηγεσίας και υπό την πίεση των οργανώσεων του Κυπριακού Αγώνα στην Αθήνα, κατέβαλλαν προσπάθειες για τη διεθνοποίηση του θέματος, με διαδοχικές προσφυγές στον ΟΗΕ. Στις 10 Νοεμβρίου 1954 ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος «Διγενής» Γρίβας (1897-1974) φθάνει στο νησί και συγκροτεί την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), η οποία την 1η Απριλίου 1955 αναλαμβάνει δράση κατά των Βρετανών αποικιοκρατών, σηματοδοτώντας την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων. Ο γεννημένος στην Κύπρο Γρίβας είχε διατελέσει αξιωματικός του ελληνικού στρατού και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής είχε ιδρύσει την αντικομουνιστική οργάνωση «Χ», ενώ είχε λάβει ενεργό μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Πολιτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1913-1977), μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Κύπρος: Ο απελευθερωτικός αγώνας | Πεμπτουσία

Η έναρξη του αγώνα, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε τις βραδινές ώρες της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955, με επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς, τον ραδιοσταθμό και σε βρετανικό στρατόπεδο της Αμμοχώστου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, στο στόχαστρο της ΕΟΚΑ βρέθηκαν εκτός από τους Άγγλους δυνάστες, οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες τους, οι Τουρκοκύπριοι της οργάνωσης «Ταξίμ» που επιζητούσαν «ένωση» της Κύπρου με την Τουρκία, αλλά και μέλη του ΑΚΕΛ, που οι «εθνικόφρονες» της ΕΟΚΑ τούς κατηγορούσαν ως συνεργάτες των Άγγλων. Η διαμάχη «δεξιών» και «αριστερών» στην Κύπρο για τον ρόλο του ΑΚΕΛ στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα καλά κρατεί μέχρι σήμερα.

Παρά το αίμα που χύθηκε και τους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους (Καραολής, Δημητρίου, Παλληκαρίδης, Αυξεντίου κ.ά.), ο στόχος της «Ένωσης» δεν επιτεύχθηκε. Με τις συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης (19 Φεβρουαρίου 1959, η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος την 1η Οκτωβρίου 1960.

Αρέσει σε %d bloggers: