Με έχει πιάσει το φανάρι, ευκαιρία να πιάσω τα τσιγάρα από το διπλανό κάθισμα του αυτοκινήτου μου ( Συνειδητοποιώ πως έχω 4 χρόνια να βάλω στο στόμα μου τον διάολο ) . Αρπάζω το ηλεκτρονικό χωρίς νικοτίνη λες και ατμίζω ένα τελάρο πράσινα μήλα , το φέρνω βιαστικά στο στόμα για να προλάβω να κάνω δυο ατμισιές γιατί τζούρες που θα λεγα  ανήκουν μόνο στο τσιγάρο , πριν το πράσινο αποφασίσει ότι πρέπει να πάρω το πόδι μου από το φρένο. Εκεί, μέσα στους ατμούς, μια ανθρώπινη φιγούρα ξεπροβάλει. Σαν να κινείται προς το μέρος μου, παράξενη. Κάτι δεν είναι σωστό όπως την βλέπω μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου.

Ο ατμός παρόλο που ναι μπόλικος σαν να φευγει από χύτρα ταχύτητας  διαλύεται πιο γρήγορα από τον καπνό κι αυτό που βλέπω είναι ένας άνθρωπος με πονεμένο βήμα να έρχεται προς το μέρος μου, σέρνοντας την ύπαρξη του ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα. Μια συνηθισμένη κατάσταση. Ένας άνθρωπος ζητάει βοήθεια, ένα χαρτί από κούτα κρεμασμένο με κάποιο κορδόνι από το λαιμό του, γράφει το «σήμερα» του με κεφαλαία γράμματα. Έλληνας …άστεγος…πεινάω. Το «Έλληνας» μήπως έχει καλύτερη τύχη από τους άλλους και καταφέρει να μας κάνει να ψάξουμε για κάνα ψιλό στο πορτοφόλι μας;

Αποτέλεσμα εικόνας για επαιτεία στα φαναρια

Μα τι κάνω, γιατί διαβάζω το μήνυμα, τι ψάχνω στο χαρτόκουτο να βρω, μήπως μια ιστορία να με πείσει για να του δώσω κάτι; Δεν γίνεται να γραφτεί η ιστορία μιας ζωής σε χαρτί από κούτα. Αυτό το χαρτόκουτο πόσες ανάγκες να καλύψει; Μήπως δεν είναι στέγη γι’ αυτόν τον άνθρωπο; μήπως δεν τον προφυλάσσει από τη βροχή; Δεν γίνεται στρώμα να κοιμηθεί; Τι ζητάω εγώ από το χαρτόκουτο; Να μου εξιστορήσει τη ζωή αυτού του ανθρώπου, το πώς φτάσαμε ως εδώ;

Από την άνεση του αμαξιού μου καταλαβαίνω ότι θέλω απαντήσεις πριν του δώσω κάτι. Μήπως δεν προσπάθησε αρκετά όπως εγώ και τώρα ζητιανεύει για να φάει; Είναι δυνατόν να σκέφτομαι έτσι όμως, ποια είναι αυτή η προσπάθεια που δεν έκανε και τώρα πρέπει να τιμωρηθεί στη ζωή με αυτόν τον σκληρό τρόπο;

Ο μπροστινός μου αφήνει το αμάξι να τσουλήσει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεφύγει από το δίλημμα και να τα αφήσει όλα αυτά πίσω του. Μάλλον η εικόνα αυτού του ανθρώπου δεν ανταποκρίνεται στην αισθητική του, ή ίσως δεν τον αφορά.

Στη διπλανή σειρά η κυρία που οδηγεί κάνει πως κάτι ψάχνει σε μια στοίβα χαρτιά σίγουρη πως δεν θα ρθει σε επαφή ούτε καν νοητική με τον ξιπασιάρη . Ήρθε η σειρά μου τελικά. Μου χτυπάει το τζάμι. Αρπάζω ένα κέρμα, του το δίνω κι εκείνος υποκλίνεται στην γενναιοδωρία μου, λες και του φανέρωσα τον ήλιο. Κοιταζόμαστε στα μάτια για λίγο, μέχρι να κορνάρει ο πίσω, μιας και το πράσινο έχει ήδη ανάψει και πρέπει να συνεχίσουμε για τον προορισμό μας.

Δεν μπορώ να εξηγήσω αν θέλω να βοηθήσω έναν ενδεχομένως επαγγελματία επαίτη ή την ανάγκη να του απολογηθώ για οτιδήποτε . Εξ άλλου είναι προτιμότερο να ” μασήσεις ” από έναν ένοχο παρά να αδιαφορήσεις για έναν αθώο .

Το πόδι πήγε αμέσως στο γκάζι, αλλά η ματιά του έμεινε στο μυαλό μου για ώρα. Αυτή, η έκδηλη ευγνωμοσύνη που εξέφρασαν τα μάτια του, μου έδωσαν να καταλάβω ότι γι’ αυτόν είχε περισσότερη αξία το ότι σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα στα μάτια σαν άνθρωπο, παρά το κέρμα που του άφησα στη χούφτα του.