Πίνδος project ( video)

«Το όνομα Πίνδος φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε χωρίς μεγάλη σαφήνεια, μερικές φορές για σημαντική έκταση της οροσειράς και περιστασιακά μόνο για κάποιο βουνό ή ομάδα βουνών…»*.

ΠινδοςΈως και τον 20ο αιώνα οι μετακινήσεις μεταξύ των ανατολικών και δυτικών περιοχών της ελλαδικής χερσονήσου, ιδίως στο βόρειο τμήμα της, εμπεριείχαν πάντα ένα στοιχείο περιπέτειας. Συγκεκριμένα η μετάβαση από τις ανοιχτές κοιλάδες της Μακεδονίας και του Θεσσαλικού κάμπου προς τη Δυτική Ελλάδα προσέκρουε σε ένα συμπαγές ορεινό τείχος η διάσχιση του οποίου συνιστούσε ορειβατική προσπάθεια. Μέχρι την δεκαετία του 1930, που κατασκευάστηκε ο πρώτος αυτοκινητόδρομος[1], οι ταξιδιώτες ήταν αναγκασμένοι να διασχίζουν τις ορεινές κοιλάδες αυτών των βουνών, πάντα κατά μήκος κακοτράχαλων παραποτάμιων οχθών, προκειμένου να προσεγγίσουν την ζώνη των πηγών τους κάτω από τις κορυφές αναζητώντας τον αυχένα που θα τους εξασφάλιζε το πέρασμα στην άλλη πλευρά.

Πινδος

Όλα αυτά υπό την προϋπόθεση των ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Ωστόσο το φθινόπωρο και την άνοιξη τα ρυάκια μεταβάλλονταν σε αδιαπέραστα ποτάμια ενώ το χειμώνα το χιόνι σκέπαζε τα πάντα στα ψηλότερα σημεία. Φρόνιμο ήταν λοιπόν ο οδοιπόρος να ακολουθήσει τις καθορισμένες από αιώνες διαδρομές. Μόνο αυτές διέθεταν ένοπλες φρουρές και καταλύματα για την προστασία του από τις κακές καιρικές συνθήκες και τους ληστές καθώς και ανθρώπους ικανούς να τους οδηγήσουν μέσα από τις χιονισμένες διαβάσεις. Κάθε απόκλιση επομένως από αυτές τις συγκεκριμένες διαδρομές ήταν επικίνδυνη, συχνά δε μοιραία για τους ταξιδιώτες.

Οι δυσκολίες προσπέλασης αυτών των βουνών αποτελούν συμβολικό στοιχείο της ταυτότητάς τους δεδομένου ότι συνιστούν τη κύρια αιτία ένταξης τους στις αφηγήσεις γεωγράφων, συγγραφέων, περιηγητών και ιστορικών κάθε εποχής. Στην πραγματικότητα αυτό το στοιχείο αποτελεί μία από τις συνέπειες που παρήγαγε η τεκτονική διάταξη του συγκεκριμένου ορεινού συστήματος: διχοτομώντας κάθετα την ελλαδική χερσόνησο, πέραν των δυσχερειών που προκαλούσε στις επικοινωνίες, συνιστούσε ουσιαστικό εμπόδιο στην εξέλιξη των ηγεμονιών που αναπτύχθηκαν ανά τους αιώνες στην περιοχή, συμβάλλοντας έτσι στην διαμόρφωση της ιστορικής και πολιτισμικής φυσιογνωμίας των κεντρικών και βόρειων περιοχών του ελλαδικού χώρου.

Βάλια Κάλντα-Perierga.gr   Υπέροχες εικόνες από τη φθινοπωρινή Ελλάδα!

Σύμφωνα με την επικρατούσα γεωγραφική αντίληψη αυτά τα βουνά συνιστούν το ορεινό σύστημα της Πίνδου. Πέραν αυτής της άποψης ωστόσο είναι αναγκαία η επισήμανση ότι πίσω από τις αναγνώσεις αυτού του γεωγραφικού προσδιορισμού υποκρύπτεται συχνά μία ασάφεια. Αρκεί η αναζήτηση μίας τοπογραφικής ερμηνείας για να αντιληφθούμε ότι αυτή η ονομασία αναφέρεται σε μία ορεινή περιοχή τα όρια της οποίας εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις ανά τους αιώνες.

Κατά αρχήν θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για τους ίδιους τους κατοίκους της οροσειράς πρόβλημα κοινού ονοματολογικού προσδιορισμού του χώρου τους δεν υφίστατο. Μόλις πρόσφατα «αντιλήφθηκαν» ότι κατοικούν στην Πίνδο. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα η ονομασία αυτή ήταν κτήμα μόνο των μορφωμένων και παντελώς άγνωστη για την πλειοψηφία των κατοίκων της οροσειράς[2]. Η επισήμανση αυτή αποκαλύπτει μία διάσταση της αντίληψης του γεωγραφικού χώρου μεταξύ των τοπικών πολιτισμών και της λόγιας παράδοσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κάτοικοι της Πίνδου ποτέ δεν θεώρησαν τα βουνά πάνω στα οποία κατοικούσαν ως ενιαίο ορεινό σύστημα, δεν αξιολόγησαν δηλαδή αυτόν τον χώρο με κριτήρια μιας συνολικής γεωγραφίας ή μιας πολιτικής ενότητας, ούτε διατύπωσαν την αναγκαιότητα προσδιορισμού της ταυτότητάς τους, κάτω από μία κοινή γεωγραφική ονομασία. Αντίθετα γι’ αυτούς το κάθε διακριτό σύμπλεγμα βουνών της οροσειράς ήταν και είναι ένας αυτοτελής ορεινός όγκος συνάμα δε και διαφορετικός τόπος[3], στον οποίο διέμεναν και διακινούνταν και άρα αυτός ήταν ο πεπερασμένος χώρος, με το περιεχόμενο της δικής τους ζωής.

f8c2a3fb2ad0ab822498e0a7a77339f3

Από την άλλη πλευρά λόγιοι και περιηγητές προγενεστέρων εποχών γνώριζαν καλά ότι η ορεινή ζώνη που διαχωρίζει την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου από τις αντίστοιχες περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, συμπίπτει ως ένα βαθμό με την Πίνδο των αρχαίων γεωγράφων, αν και ούτε οι ίδιοι είχαν ακριβή επίγνωση των ορίων της[4]. Συνήθως με αυτήν την ονομασία περιέγραφαν την ορεινή ζώνη που ξεκινάει βορείως των Αγράφων και τελειώνει στον Γράμμο κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Τα ανατολικά όρια της είναι σαφέστατα καθώς το ορεινό τοπίο διαδέχονται με ξεκάθαρο τρόπο οι λόφοι της Μακεδονίας είτε ο Θεσσαλικός κάμπος, ενώ τα δυτικά της όρια παραμένουν σχετικά ασαφή δεδομένης της συνέχειας του ορεινού ανάγλυφου με σημαντικές ορεινές προεκτάσεις που ξεχωρίζουν από την βασική οροσειρά είτε μέσω ενός ορεινού αυχένα είτε μέσω μίας πολύ στενής ορεινής κοιλάδας. Αυτή η αοριστία έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στις σύγχρονες γεωγραφικές πραγματείες που, αναπαράγοντας αντιλήψεις των διοικητικών μηχανισμών, προσδίδουν στην οροσειρά διαστάσεις αποκλίνουσες από την ιστορική και γεωλογική της διάσταση. Γεωλογικά η οροσειρά της Πίνδου αποτελεί μία συνέχεια των Δειναρικών Άλπεων που κυριαρχούν σε όλη την δυτική ζώνη της Βαλκανικής Χερσονήσου, της οποίας ως βόρειο άκρο της μπορεί να οριστεί το οροπέδιο της Κορυτσάς στην νοτιοανατολική Αλβανία και ως νοτιότερο σημείο της ο Κορινθιακός κόλπος. Όλο αυτό το ατελείωτο σύμπλεγμα βουνών, κορυφών, υψιπέδων, κοιλάδων και φαραγγιών που διασχίζει την ηπειρωτική Ελλάδα με κατεύθυνση Β.Δ-Ν.Α έχει μήκος που υπερβαίνει τα 150 χιλιόμετρα ενώ καταλαμβάνει μία έκταση 9.000.000 περίπου με το σύνολο των κορυφών της να ξεπερνά τα 2000 μέτρα και να φθάνουν μέχρι τα 2637 μέτρα η ψηλότερη[5]. Οι σύγχρονες γεωγραφικές αναφορές αν και ταυτίζουν το προαναφερόμενο ορεινό σύστημα με την Πίνδο συχνά ορίζουν ως την βορειότερη προέκτασή του το όρος Γράμμος επί της ελληνοαλβανικής μεθορίου και όχι τα γεωλογικά του όρια που εντοπίζονται στο οροπέδιο της Κορυτσάς. Δεν μπορούμε εδώ να μην αναγνωρίσουμε μία αντίληψη η οποία διαπνέεται από την έννοια ενός εθνικού χώρου οι γεωγραφικές διαστάσεις του οποίου ορίζονται βάση μίας χωροχρονικής οπτικής που διαμορφώνεται μέσα από συγκεκριμένη εθνική ιδεοληψία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία άκριτη, συχνά δε ατυχή επαναφορά αρχαίων ονομασιών. Συνεπώς τόσο η ονομασία Πίνδος όσο και οι ονομασίες Τύμφη, Λύγκος, Λάκμος, Κερκέτιονκ.λ.π. που φέρουν οι επιμέρους ορεινοί όγκοι που συγκροτούν ή πλαισιώνουν την μεγάλη οροσειρά, αποτελούν κληρονομιά της λόγιας παράδοσης που επιβλήθηκε μέσω των διοικητικών και εκπαιδευτικών μηχανισμών επιτείνοντας έτσι μία υπαρκτή εδώ και αιώνες σύγχυση αναφορικά με αυτόν τον χώρο[6].

pindos project from georgios georgiou on Vimeo.

 

Η ασάφεια αυτή αποτέλεσμα, όπως ήδη αναφέραμε, πολλαπλών ερμηνειών και συγκεκριμένων ιδεοληψιών αποτέλεσε επαρκή λόγο για τη διερεύνηση και την εκ νέου μελέτη των αρχαίων και μεσαιωνικών πηγών προκειμένου να επιτευχθεί μία ακριβέστερη αντίληψη των ανθρωπογεωγραφικών διαστάσεων της οροσειράς στην διαχρονία τους.

Σκοπός αυτής της αναδίφησης δεν είναι να προσδιοριστούν με πλήρη ακρίβεια οι γεωγραφικές συντεταγμένες της, άλλωστε αυτές δεν διευκρινίστηκαν ποτέ, αλλά να θέσει ένα ζήτημα ιστορικής και γεωγραφικής δεοντολογίας για τους ερευνητές και τις αναφορές στην Πίνδο.

[1] Πρόκειται για τον αυτοκινητόδρομο Τρικάλων-Ιωαννίνων ο οποίος παραδόθηκε στην κυκλοφορία το 1936.

[2] Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία που άκουσα πριν πολλά χρόνια σε κάποιον οικισμό της Πίνδου μεταξύ ενός τουρίστα και ενός ντόπιου. Ο τουρίστας σίγουρος γι αυτό που διδάχθηκε στο σχολείο τον ρωτά αν οι κορυφές που δέσποζαν απέναντι από τον οικισμό είναι η Πίνδος πιστεύοντας φυσικά ότι θα λάβει καταφατική απάντηση. Φυσικά έμεινε έκπληκτος όταν ο ντόπιος του απάντησε ότι: «εγώ αυτήν την Πίνδο δεν την ξέρω αλλά ξέρω ότι αυτά τα βουνά τα λένε…». και άρχισε έτσι να του λέει τις ονομασίες που χρησιμοποιούσε η τοπική κοινωνία για να τα προσδιορίσει.

[3] Έτσι για παράδειγμα ο Σμόλικας στον βορά ή ο Κόζιακας πολύ πιο νότια είναι γι’ αυτούς δύο βουνά που συγκροτούν παντελώς διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες και μόνο στην σχολική γεωγραφία έμαθαν ότι αποτελούν κομμάτια ενός ενιαίου ορεινού συνόλου που ονομάζεται Πίνδος.

[4] Ο Ηο lland στις αρχές του 19ου αιώνα αναφέρει: « Χρησιμοποιώ το όνομα Πίνδος για τη κεντρική αυτή ράχη για ευκολία και μόνο, αφού κανένα όνομα της οροσειράς δε φέρει πια αυτό το όνομα και ακόμη κι από τους αρχαίους φαίνεται να χρησιμοποιούνταν για ένα μέρος της. Η σημερινή ονομασία των διαφόρων βουνών, που την απαρτίζουν δεν έχουν κάποια σαφή σχέση με τα ονόματα ή τις διαιρέσεις της αρχαίας γεωγραφίας και δεν φαίνονται να προσδιορίζονται με μεγάλη ακρίβεια. Δε χρειάζεται παρά να αναφέρω λίγα μόνο τα πιο αξιόλογα σημεία αυτού του τμήματος της οροσειράς, που συνδέονται πιο άμεσα με τη σύγχρονη Αλβανία ». Διαπιστώνοντας παρόμοια ασάφεια και στις απόψεις των αρχαίων γεωγράφων δηλώνει: « Το όνομα Πίνδος φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε χωρίς μεγάλη σαφήνεια, μερικές φορές για σημαντική έκταση της οροσειράς που μόλις περιγράψαμε και περιστασιακά μόνο για κάποιο βουνό ή ομάδα βουνών .». Βλ. Η.Ηο lland, ό.π., σ. 53-55.

[5] Πρόκειται για τον Σμόλικα στα όρια Ηπείρου Μακεδονίας στο βόρειο τμήμα του Νομού Ιωαννίνων).

[6] Αν εξαιρέσουμε την γενική ονομασία Πίνδος η οποία έχει γίνει ευρύτερα αποδεκτή οι υπόλοιπες εκτός του ότι βασάνισαν και ακόμη βασανίζουν πολλούς γεωγράφους και ερευνητές στο να τις ταυτίσουν με τις σημερινές λαϊκές ονομασίες δύσκολα μπορούμε να ισχυριστούμε ακόμη και σήμερα ότι έχουν γίνει δεκτές στον καθημερινό λόγο.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: