Μετανάστες στην Αυστραλία > Ποιος είπε ότι τους δέχθηκαν με λουλούδια και καλούδια ?

Οι διαθέσιμες πηγές για τους έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία είναι σχετικά λιγοστές. Σχετικά μικρός ήταν, άλλωστε, κι ο αριθμός τους: η ειδική υπηρεσιακή απογραφή του 1916 καταμέτρησε μόλις 2.398 Έλληνες σε όλη την Αυστραλία, και μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου δεν έμελλε να ξεπεράσουν τους 4.000. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η αντιμετώπισή τους από τις αρχές και την αγγλοσαξονική πλειοψηφία του πληθυσμού υπήρξε ανέφελη. Το αντίθετο μάλιστα: η επίσημη πολιτική της “λευκής Αυστραλίας”, θεσμοποιημένη από το 1901 μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’50, είχε άμεσο αποτέλεσμα την αντιμετώπιση των συμπατριωτών μας ως μεταναστών δεύτερης κατηγορίας. Η κατάταξή τους στους “λευκούς αλλοδαπούς” (white aliens), κατηγορία που περιλάμβανε επίσης τους Ιταλούς, τους Γιουγκοσλάβους, τους Αλβανούς και ουκ ολίγους Ανατολικοευρωπαίους και της οποίας η μετανάστευση στη χώρα αποθαρρυνόταν επίσημα, είχε άμεσες επιπτώσεις στην αντιμετώπισή τους από τη “λευκή” αυστραλιανή κοινωνία, αλλά και τροφοδοτούνταν σταθερά από το ρατσισμό της τελευταίας απέναντι σε αυτούς που ονόμαζε “dagoes” (“βρομιάρηδες μελαψούς”).

Ο θεσμικός ρατσισμός…

Η επίσημη αυστραλιανή πολιτική απέναντι στο ζήτημα κατά τα μεσοπολεμικά χρόνια συμπυκνώνεται με τον σαφέστερο τρόπο σε ένα τηλεγράφημα του 1918 προς τον βρετανό Ύπατο Αρμοστή της χώρας, στο Λονδίνο: “Μαλτέζοι και Έλληνες δεν είναι επιθυμητοί αλλά η έλευσή τους δεν απαγορεύεται απόλυτα”. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός Χιουζ θα ενημερώσει τον ομόλογό του της Πολιτείας της Νότιας Ουαλίας ότι “δεν θεωρείται ενδεδειγμένη προς το παρόν η προώθηση της μετανάστευσης Ελλήνων, Ιταλών ή άλλων Νοτιοευρωπαίων, δεν υπάρχουν όμως αντιρρήσεις για την εθελοντική μετανάστευση τέτοιων ατόμων, τα οποία, αν αποκτήσουν διαβατήρια δεόντως θεωρημένα από κάποια βρετανική προξενική αρχή και χαίρουν άκρας υγείας, δεν θα εμποδιστούν να αποβιβαστούν στην Αυστραλία”.

Διατυπώσεις όπως οι παραπάνω μπορεί να διασφάλιζαν μια εικόνα “κράτους δικαίου” για τα μάτια του κόσμου, στην πράξη όμως επέτρεπαν κάθε λογής αυθαιρεσίες όσον αφορά τις δυνατότητες των “ανεπιθύμητων” να προσεγγίσουν τη γη της επαγγελίας. Κεντρικός μηχανισμός κατηγοριοποίησης των μεταναστών και διαχωρισμού των προβάτων από τα ερίφια υπήρξε, από το 1901 και μετά, η θέσπιση των διαβόητων “εξετάσεων ορθογραφίας” (dictation tests) βάσει του “νόμου για τον περιορισμό της μετανάστευσης”. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου, απορρίπτονταν οι αιτήσεις εισόδου στη χώρα όσων από τους υποψήφιους μετανάστες δεν είχαν “επαρκή” γνώση “μιας ευρωπαϊκής γλώσσας”, εξακριβώσιμη με ένα τεστ υπαγόρευσης 50 λέξεων. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Αναστάσιος Τάμης, “επρόκειτο για έναν εύσχημο τρόπο απαγόρευσης μη Ευρωπαίων μεταναστών που περιέσωνε τα διπλωματικά προσχήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, εφόσον ο υποψήφιος έποικος παρουσίαζε επάρκεια γνώσεων στην αγγλική, ο υπάλληλος έθετε τις εξετάσεις σε μια οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα” (Τάμης 1997, σ.24). Η δυνατότητα αυτή των εξεταστών θεσμοθετήθηκε επίσημα το 1905 – με αποτέλεσμα, όπως ομολογεί και μια πρόσφατη έκδοση των Εθνικών Αρχείων της Αυστραλίας, “η χρήση του τεστ από τους αξιωματούχους της υπηρεσίας αλλοδαπών να είναι επιλεκτική και να αποσκοπεί στον αποκλεισμό όλων εκείνων που έδειχναν ‘έγχρωμοι'” (Langerfield 1999). Πρώτος στόχος αυτής της διαδικασίας αποκλεισμού ήταν βέβαια οι Κινέζοι, οι Μελανήσιοι και λοιποί Ασιάτες που ενσάρκωναν τον “κίτρινο κίνδυνο” κατά της λευκής Αυστραλίας. Η εφαρμογή του μέτρου, ωστόσο, άνετα μπορούσε να επεκταθεί και σε βάρος των νοτιοευρωπαίων “λευκών αλλοδαπών” που κρίνονταν ανεπαρκώς Αριοι.

Με νόμο του 1924, ο ανώτατος αριθμός Ελλήνων, Αλβανών και Γιουγκοσλάβων μεταναστών που μπορούσαν να γίνουν δεκτοί στην Αυστραλία ορίστηκε σε 100 το μήνα για την κάθε “φυλή”. Την ίδια χρονιά, η Αγροτική Τράπεζα και η Υπηρεσία Βιομηχανικής Αρωγής θέσπισαν για πρώτη φορά μέτρα εις βάρος των επιχειρήσεων εκείνων που απασχολούν μη βρετανούς υπηκόους. Το 1927, αυτές οι διατάξεις τροποποιήθηκαν επί το αυστηρότερο, με την απαγόρευση δανειοδότησης ή επιχορήγησης κάθε εργοδότη μεταναστών μη αγγλοσαξονικής καταγωγής. Ακόμη κι αυτές οι διακρίσεις κρίνονταν ωστόσο από ορισμένες υπηρεσίες ανεπαρκείς, όπως διαπιστώνουμε από εισήγηση του βοηθού υπουργού Εσωτερικών προς τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας (Ιούλιος 1928) για περιορισμό των ποσοστώσεων των Ελλήνων, Γιουσκοσλάβων και Αλβανών μεταναστών στο μισό. Η τελική λύση θα έρθει το 1930, με την πλήρη απαγόρευση της μετανάστευσης Ελλήνων στην Αυστραλία – εκτός από τις περιπτώσεις στενών συγγενών των ήδη εγκαταστημένων εκεί. Πολιτική που δεν θα αναιρεθεί παρά πολύ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με τις διακρατικές συμφωνίες περί μετανάστευσης του 1952.

…και οι “αγανακτισμένοι πολίτες”

Για τη ρατσιστική αντιμετώπιση των Ελλήνων και των άλλων “ημιεγχρώμων” Νοτιοευρωπαίων αυτά τα χρόνια, οι πηγές είναι αρκετά εύγλωττες. “Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο όρος ‘Dago’ [βρομιάρης] χρησιμοποιείται για τους Ισπανούς, τους Έλληνες, τους Λεβαντίνους, τους Ιταλούς, ακόμη και τους νότιους Γάλλους, και σίγουρα όχι με μια τιμητική έννοια”, υπενθύμιζε λ.χ. το 1924 στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο ο βουλευτής της Τασμανίας Μπάκχαπ, σε μια προσπάθειά του να πείσει τους υπόλοιπους συναδέλφους του ότι “δεν θα πρέπει να προσβάλουμε τις ευαισθησίες άλλων εθνών, στα οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ο ευρωπαϊκός πολιτισμός” (Gilchrist 1997, σ.240). Ακόμη σαφέστερος, από την αντίθετη όμως πλευρά, θα είναι τον Ιούνιο του 1925 ο υφυπουργός Προεδρίας του Κουίσλαντ, Τόμας Άρθουρ Φέρι: “Οι Έλληνες της βόρειας Κουϊσλάνδης”, γράφει, “είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς εποίκους. Ζουν στις πόλεις κι επιδίδονται σε επιχειρήσεις καφενείων, πανδοχείων και άλλων λιγότερο ευυπόληπτων δραστηριοτήτων. Δεν είναι γεωργοί και δεν συνεισφέρουν τίποτα στον πλούτο ή την ασφάλεια αυτής της χώρας. Δεν επιδίδονται σε καμιά χρήσιμη εργασία η οποία θα διεκπεραιωνόταν λιγότερο καλά χωρίς τη βοήθειά τους. Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφθηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Κατά μέσο όρο, το βιοτικό επίπεδό τους είναι χαμηλότερο απ’ ό,τι των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά, αυτός ο τύπος μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίσταται, και θα ήταν προς όφελος της Πολιτείας αν η είσοδός του απαγορευόταν ολοσχερώς”.

Οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν οι έλληνες μετανάστες ήταν λίγο πολύ σταθερές: άγνοια ή ανεπαρκής γνώση της αγγλικής γλώσσας, οικονομική ένδεια που οδηγούσε στην αλητεία, σεξουαλική παρενόχληση του γυναικείου υπαλληλικού προσωπικού από τους έλληνες εστιάτορες, παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας προς όφελος των εργοδοτών (κυρίως όσον αφορά την Κυριακή αργία και τη νυχτερινή εργασία). Περισσότερο από καθετί, ωστόσο, αυτό που ενοχλούσε τους “γηγενείς” (δηλαδή τους αγγλοσάξονες μετανάστες προηγούμενης εσοδείας) ήταν ο τρόπος ζωής τους, που φέρνει έντονα στο νου τους σημερινούς αλβανούς και άλλους ανατολικοευρωπαίους μετανάστες στη χώρα μας. “Αγράμματοι, ανειδίκευτοι αλλά φιλόδοξοι και φίλεργοι”, γράφει ο καθηγητής Τάμης, “σκόρπισαν στην αχανή και αρχικά αφιλόξενη ήπειρο όπου γνώρισαν την ξενοφοβία και την καταφρόνια. Εξασκώντας εποχιακά επαγγέλματα, που δεν καταδέχονταν να διεκδικήσουν οι Αγγλοκέλτες Αυστραλοί και ταξιδεύοντας μεγάλες αποστάσεις στην ενδοχώρα, κρατήθηκαν οι περισσότεροι μακριά από τις πόλεις και τα εργοστάσια, που ήταν προνόμιο αποκλειστικό των εποίκων βρετανικής καταγωγής”. Πληθυσμός “βασικά ανδρικός”, “ζούσαν σε αυτοσχέδιες κατοικίες φτιαγμένες από λαμαρίνα και λινάτσα, και έπεφταν συχνά θύματα άγριας εκμετάλλευσης από τους εργοδότες τους” (1997, σ.27-8). Το σχετικό στερεότυπο ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ακόμη και η υπέρβαση αυτού του κανόνα στην πράξη -όταν με το πέρασμα των πρώτων δύσκολων χρόνων η αρχική γενιά των ελλήνων μεταναστών άρχισε να “νοικοκυρεύεται”- να δώσει τροφή για μια νέα -και αντεστραμμένη- κινδυνολογία: “με σκληρή δουλειά, συνεργασία κι εγκράτεια”, καταγγέλλει στα 1924 το Εμπορικό Επιμελητήριο της Τάουνσβιλ, οι Έλληνες και λοιποί μελαχρινοί αγρεργάτες “έχουν αρχίσει να αγοράζουν τα καλύτερα κτήματα”, στερώντας από τους “κατάλευκους” Αγγλοσάξονες το αποκλειστικό προνόμιο της γαιοκτησίας στην πέμπτη ήπειρο.

Ο διωγμός των “πεμπτοφαλαγγιτών”

Με όλα αυτά δεδομένα, το πέρασμα από το διάχυτο και το θεσμικό ρατσισμό σε ανοιχτά ξεσπάσματα “φυλετικής” βίας δεν χρειαζόταν παρά μια σπίθα. Την πρόσφερε η συγκυρία του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν η Ελλάδα του βασιλιά Κωνσταντίνου ήρθε αντιμέτωπη με την Αντάντ και οι έλληνες μετανάστες απανταχού της Κοινοπολιτείας μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε “εσωτερικό εχθρό” (κάτι, δηλαδή, σαν τους “Ουτσεκάδες” που έβλεπε πριν από ένα χρόνο στο πρόσωπο του κάθε αλβανού μετανάστη η δικιά μας εθνικόφρων υστερία). “Εθνικά ευαίσθητες” φυλλάδες, νεοσύλλεκτοι φαντάροι και οιστρηλατημένοι “πατριώτες” κάθε λογής θα αφήσουν έτσι επανειλημμένα τη μανία τους να ξεσπάσει ενάντια στον “εσωτερικό εχθρό”, με προνομιακό στόχο τα καταστήματα ελληνικής ιδιοκτησίας αλλά και τους ίδιους τους μετανάστες. Το αποκορύφωμα θα έρθει το φθινόπωρο του 1916, όταν οι αντιβενιζελικοί επίστρατοι αποκρούουν με τα όπλα την εισβολή των αγγλογαλλικών στρατευμάτων στην Αθήνα. Προσαρμοζόμενη με το ρεύμα, η αυστραλιανή δικαιοσύνη θα φανεί ιδιαίτερα επιεικής απέναντι σε αυτά τα ρατσιστικά ξεσπάσματα, επιμερίζοντας τις ποινές της σε ευθεία αναλογία προς το διαπιστούμενο βαθμό “εθνικής οργής” των συλλαμβανόμενων αυτουργών. Ούτως ή άλλως, ο απολογισμός των βιαιοτήτων είναι εντυπωσιακός:

 – τον Ιούλιο του 1915, περίπου 200 άτομα, καθοδηγούμενα από μια “ομάδα κρούσης” 60 στρατιωτών καταστρέφουν ελληνικό καφενείο στο Μπρισμπέιν, τραυματίζοντας σοβαρά μια σερβιτόρα. Δεν υπήρξαν συλλήψεις.

 – τον Νοέμβριο του 1915, ένταση επικρατεί στο Σίδνεϊ ύστερα από τη διασπορά μιας ψευδούς φήμης ότι έλληνας υπάλληλος ιταλικού μανάβικου δολοφόνησε αδειούχο φαντάρο. Το μανάβικο γίνεται βίδες από τον εξαγριωμένο όχλο. Ακολουθεί λιθοβολισμός της Διεθνούς Λέσχης από 300 στρατιώτες, με συνδρομή κάπου 1000 πολιτών.

 – στις 13 Δεκεμβρίου 1915, πάντα στο Σίδνεϊ και με αφορμή την ίδια διάδοση, περίπου 300 στρατιώτες σε σχηματισμό μάχης αρχίζουν να καταστρέφουν συστηματικά τα ελληνικά μαγαζιά του κέντρου της πόλης. Στις βιαιότητες παίρνουν μέρος κι εκατοντάδες νεαροί πολίτες, με αποτέλεσμα ο όχλος να φτάσει τις 4000. Ύστερα από ώρες συλλαμβάνονται 14 άτομα, τα οποία θα καταδικαστούν σε μικροπρόστιμα. Οι αρχές της Πολιτείας καταδικάζουν τις επιθέσεις ως “άνομη ηλιθιότητα”, με το σκεπτικό ότι αυτοί που θα πληρώσουν τα σπασμένα είναι όχι οι (ανεπιθύμητοι) Έλληνες αλλά οι αυστραλιανές ασφαλιστικές εταιρείες!

 – στις 27 Οκτωβρίου 1916, εκατοντάδες πολίτες με τη βρετανική σημαία μπροστά λεηλατούν τα ελληνικά καταστήματα του Περθ.

 – στις 9 Δεκεμβρίου 1916, ένα πλήθος -καθοδηγητικός πυρήνας του οποίου ήταν στρατιωτικά τμήματα σε παράταξη, με επικεφαλής ένα σαλπιγκτή που έδωσε και το σήμα για την έφοδο- λεηλατεί και πυρπολεί τα ελληνικά καταστήματα του Κάλγκουρλι. Αντίστοιχες σκηνές διαδραματίζονται μέσα στο διήμερο και στο γειτονικό Μπάουλντερ. Συνολικά, 21 ελληνικά μαγαζιά τέθηκαν εκτός μάχης, με ενεργό συμμετοχή του ευρύτερου πληθυσμού. Η αυστραλιανή κυβέρνηση αρνήθηκε με επιμονή οποιαδήποτε αποζημίωση, ενώ ακόμη πιο αποκαλυπτική για το κλίμα των ημερών υπήρξε η στάση της Δικαιοσύνης: τα μοναδικά άτομα που καταδικάστηκαν σε μικρές ποινές φυλάκισης ήταν ένας πρώην κατάδικος κι ένας Ιταλός – στην περίπτωση του οποίου, οι δικαστές φρόντισαν να καταλογίσουν ρητά ως επιβαρυντικό στοιχείο την de facto “απουσία πατριωτικού ζήλου”! Ο επικεφαλής σαλπιγκτής τιμωρήθηκε με το γελοίο πρόστιμο των δυόμισι σελινιών, ενώ φαντάροι που είχαν γυρίσει απ’ το Μέτωπο κρίθηκαν μεν ένοχοι, δεν τους καταλογίστηκε όμως ποινή…

australiajpg1

Γηγενείς και ξένοι εργάτες

Τα ρατσιστικά αυτά ξεσπάσματα δεν επρόκειτο όμως να σταματήσουν με την ανακωχή του 1918. Το αντίθετο, μάλιστα. Η μαζική επιστροφή των στρατιωτών στην πατρίδα θα δώσει κι εδώ, όπως και στην Ευρώπη ή την Αμερική, την ευκαιρία για τη μετάσταση της εμπόλεμης εθνικοφροσύνης σε πρωτοφασιστικές μορφές ξενοφοβίας και δίωξης των “Άλλων” – με επιχείρημα τόσο τους κινδύνους που απειλούν την “καθαρότητα του έθνους” όσο και την ανάγκη διασφάλισης της εργασίας των “γηγενών”. Πρωταγωνιστές σ’ αυτό το κύμα έρποντος ρατσισμού θα σταθούν τα επίσημα συνδικάτα και το συνδεδεμένο με αυτά Εργατικό Κόμμα. Τα επιχειρήματά τους θα κυμανθούν από τον κίνδυνο πρόκλησης εργατικών ατυχημάτων στα ορυχεία λόγω της πλημμελούς γνώσης της αγγλικής από τους dagoes, μέχρι την “προσβολή των ηθών” από τον τρόπο ζωής των ανεπιθύμητων μεταναστών. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Ένωση Αυστραλών Εργατών θα αρνηθεί το 1925 να γράψει ως μέλη της τους Έλληνες αγρεργάτες του Μπρισμπέιν, ενώ ακόμη κι η έκθεση Φέρι θα αποδοθεί από πολλούς στην επιρροή δικών της στελεχών. Εξίσου χαρακτηριστικό του όλου κλίματος μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι, την ίδια εποχή, μεταξύ των φορέων της Αδελαϊδας που κινητοποιούνται ενάντια στους Ιταλούς και Έλληνες μετανάστες συγκαταλέγονται αντιπροσωπεία των τοπικών συνδικάτων, οι εκκλησίες της πόλης και διάφορα φιλανθρωπικά σωματεία…

Ανάλογες αποχρώσεις πήραν και τα αντιμεταναστευτικά πογκρόμ της εποχής, ένας από τους προνομιακούς στόχους των οποίων ήταν και πάλι οι συμπατριώτες μας. Τον Οκτώβριο του 1919 αναφέρονται νέες ταραχές στο Κάλγκουρλι, με στόχο Ιταλούς, Σέρβους, Αλβανούς κι Έλληνες μετανάστες. Το 1924, άρτι αφιχθέντες και πεινασμένοι Έλληνες λιθοβολούνται στο Μπρόκεν Χιλ. Το σημαντικότερο κρούσμα θα σημειωθεί όμως τον Ιανουάριο του 1934, ξανά στο Κάλγκουρλι και το Μπάουλντερ, κέντρα της εξορυκτικής βιομηχανίας χρυσού της Δυτικής Αυστραλίας που έχουν μετατραπεί σε μια μόνιμη εστία ρατσισμού εναντίον των dagoes. Το έναυσμα αυτή τη φορά θα είναι ο θάνατος ενός δημοφιλούς τοπικού ποδοσφαιριστή σε καυγά με τον ιταλό μπάρμαν ενός ξενοδοχείου. Επί δυο μέρες (29-30/1/34), εκατοντάδες ένοπλοι “γηγενείς” χρυσωρύχοι θα λεηλατούν και θα καίνε τα ελληνικά, γιουγκοσλάβικα κι ιταλικά μαγαζιά της περιοχής, καθώς και ουκ ολίγα σπίτια νοτιοευρωπαίων μεταναστών ΄ συνολικά, 92 κατοικίες και 37 μαγαζιά θα γίνουν παρανάλωμα του πυρός. Τρομοκρατημένοι, οι Ελληνες του Κάλγκουρλι “εγκατέλειψαν εν ώρα νυκτός τα πάντα”, σύμφωνα με τη διατύπωση του τότε γενικού προξένου Λ. Χρυσανθόπουλου, “μεταβάντες δι’ αυτοκινήτων και άλλων μεταφορικών μέσων εις άλλα χωρία, οπόθεν μετέβησαν της εις Πέρθην μεταβαινούσης αμαξοστοιχίας, φθάσαντες εκεί μετά των οικογενειών των εν οικτρά καταστάσει, ως πρόσφυγες” (Τάμης 1997, σ.85). Στο Μπάουλντερ, αντίθετα, ιταλοί και γιουγκοσλάβοι μετανάστες θα αντιτάξουν ένοπλη άμυνα στα στίφη των επιδρομέων, με αποτέλεσμα δυο νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Η είδηση, απαλλαγμένη από οποιοδήποτε εθνικό χρωματισμό, θα φτάσει μέχρι τις στήλες του αθηναϊκού Τύπου: “Τηλεγραφήματα εκ Καλγούρλι της Αυστραλίας αναφέρουν ότι αι συγκρούσεις μεταξύ των χρυσωρύχων και των ξένων [sic] εξηκολούθησαν καθ’ όλην την νύκτα. Περί την αυγήν οι ξένοι οι οποίοι είχον καταφύγει εις χαρακώματα, εξετοπίσθησαν κατόπιν τυφεκιοβολισμού των επιτιθεμένων. Οι τελευταίοι ούτοι κατέστρεψαν τα ‘καταφύγια’ εις τα οποία ευρίσκονταν οι ξένοι” (“Ελεύθερον Βήμα” 1/2/34, σ.4).

Το ανοικτό ορυχείο χρυσού στη Καλγκούρλι, στη δυτική Αυστραλία, είναι το μεγαλύτερο της χώρας.[62] Η Αυστραλία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός χρυσού παγκοσμίως.[63]

Επρόκειτο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, για την τελευταία τέτοια πανηγυρική εκδήλωση ρατσιστικής βίας. Υποχρεωμένη να καταβάλει αποζημιώσεις στα θύματα των “ταραχών”, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Αυστραλίας βρέθηκε απ’ ό,τι φαίνεται στην ανάγκη να περιστείλει, όχι βέβαια το θεσμικό ρατσισμό, αλλά τουλάχιστον τις ακραίες εξωθεσμικές εκφράσεις του. Ακολούθησαν ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και η ψυχροπολεμική περίοδος, ανατρέποντας πλήρως τα “φυλετικά” κριτήρια και τις ιεραρχήσεις της “λευκής Αυστραλίας”. Ως μέλη τρόπον τινά του κλαμπ της Δύσης, οι Έλληνες ήταν πλέον -επίσημα τουλάχιστον- καλοδεχούμενοι στους αντίποδες. Όμως αυτά είναι μια άλλη ιστορία…

ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ

ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ. Ο φόβος του Ελληνα-μπαμπούλα είχε καλλιεργηθεί στην Αυστραλία πολύ καιρό προτού αρχίσει η συστηματική μετανάστευση Ελλήνων στη χώρα. Οπως αναφέρει ο Α. Τάμης (σ. 82), οι εφημερίδες της Αυστραλίας καλούσαν ήδη από το 1824 τις μητέρες να συμβουλεύουν τα παιδιά τους πώς να αποφεύγουν τους “Ελληνες αλήτες που περιφέρονταν στους δρόμους του Σίδνεϊ”.

ΚΑΒΓΑΔΕΣ. Οταν το 1915 απήργησαν στο Ντάργουϊν οι υπάλληλοι και μάγειροι των ξενοδοχείων, η μικρή ελληνική κοινότητα της πόλης βρέθηκε στο στόχαστρο των “ντόπιων” εργαζομένων. Τα ελληνικά εστιατόρια είχαν δει την πελατεία τους να αυξάνεται στη διάρκεια της απεργάις, ενώ μετά το τέλος της πολλές θέσεις καλύφθηκαν από Ελληνες. Οι εφημερίδες της εποχής αναφέρουν επεισόδια μεταξύ των ενδιαφερομένων, “στα οποία πρωταγωνίστηκαν ορισμένοι λευκοί και Ελληνες” (Gilchrist, τ. Α΄, σ. 28-29). Η διάκριση μεταξύ “λευκών” και “Ελλήνων” συνιστά εύγλωττη μαρτυρία για το πώς έβλεπαν οι Αυστραλιανοί τους Ελληνες μετανάστες.

ΑΠΟΡΡΗΤΑ. Το 1916 οι αυστραλιανές αρχές διέταξαν μίαν άκρως απόρρητη απογραφή των Ελλήνων που ζούσαν στη χώρα, για το ενδεχόμενο που η Ελλάδα θα προσχωρούσε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες οπότε στο κεντρικό Γραφείο Πληροφοριών συγκεντρώθηκαν κατάλογοι, συχνά βασισμένοι στο κουτσομπολιό των γειτόνων, με το όνομα, τη διεύθυνση και την επαγγελματική ιδιότητα 2.398 Ελλήνων. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς, απόρρητο βρετανικό τηλεγράφημα συνιστούσε στην αυστραλιανή κυβέρνηση, σε περίπτωση που η Ελλάδα εμπλεκόταν σε πόλεμο με τη Βρετανία, να μη μεταχειριστεί ως εχθρούς τους οπαδούς του Βενιζέλου, αλλά μόνο τους Κωνσταντινικούς (Gilchrist, τ. Α΄, σ. 16-19).

ΕΘΝΟΤΟΠΙΚΑ. Από επιστολή που έστειλε το 1916 ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στο Σίδνεϊ Σάμιουελ Κοέν προς τον πρωθυπουργό της χώρας, σε μια προσπάθεια να σταματήσει τις επιθέσεις κατά των Ελλήνων μεταναστών: “Παρόλο που ξέρω πως η ατυχής κατάσταση στην Ελλάδα έχει επηρεάσει πολλούς ανάμεσά μας, μπορώ να σας διαβεβαιώσω από τις προσωπικές επαφές που είχα με τους Ελληνες σε τούτη την Πολιτεία, αλλά και από ό,τι πληροφορούμαι για άλλες, ότι μολονότι κάποιοι είναι αναμφισβήτητα βασιλικοί, η πλειονότητά τους, όπως προκύπτει και από τα πιστοποιητικά που εκδίδω από καιρού εις καιρόν, προέρχονται από τα νησιά και είναι φανατικοί Βενιζελικοί. Επίσης, γεγονός ακόμη σημαντικότερο, είναι εξαιρετικά πιστοί στο κράτος μας και σαφώς αγγλόφιλοι” (Gilchrist, τ. Α΄, σ. 25-26).

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ. Σπαζοκεφαλιά για τις “φυλετικές” ταξινομήσεις των αυστραλιανών αρχών αποτέλεσε το 1929 η περίπτωση των “Ιταλών υπηκόων ελληνικής φυλής”, δηλαδή των Ελλήνων που προέρχονταν από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Τελικά, η αυστραλιανή γραφειοκρατία έδειξε ιδιαίτερη εύνοια προς τις γυναίκες. Σύμφωνα με την τελική της απόφαση, η είσοδος επιτράπηκε στις Ελληνίδες που διέθεταν ιταλικό διαβατήριο, ενώ απαγορεύτηκε στους άνδρες κατόχους ιταλικών πιστοποιητικών.

Οι ομογενείς πειρατές

Οπως και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, οι πρώτοι Ελληνες που αποίκισαν την Αυστραλία ήταν βαρυποινίτες, οι οποίοι εξορίστηκαν από τις βρετανικές αρχές περίπου ως δούλοι στη μακρινή ήπειρο γλιτώνοντας τα χειρότερα, δηλαδή την εκτέλεση. Αυτοί οι πρώτοι Ελληνες άποικοι ήταν επτά ναυτικοί που στάλθηκαν σιδηροδέσμιοι από την κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητος στην Αυστραλία τον Αύγουστο του 1829, μετά την καταδίκη τους για πειρατεία. Ηταν το πλήρωμα της σκούνας “Ηρακλής” που είχε κουρσέψει το βρετανικό εμπορικό μπρίκι “Αλκηστη” στις 29 Ιουλίου 1827 έξω από τη Μάλτα. Πλοίαρχος του ελληνικού πλοίου ήταν ο Αθηναίος Αντώνης Μανώλης, και το πλήρωμά του αποτελούσαν οι Υδραίοι Δαμιανός Νινής, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Βασιλάκης, Κωνσταντίνος Στρουμπούλης, Νικόλαος Παπανδρέου και Γεώργιος Λαρίτσος. Από τους Βρετανούς είχαν πάρει το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου τους (πιπέρι, σκοινιά, σκεύη, θειάφι), χωρίς να πειράξουν τους ναυτικούς. Δυο μέρες αργότερα, η ελληνική σκούνα έπεσε πάνω στο γρήγορο βρετανικό πολεμικό Gannet, το οποίο εκτελούσε περιπολίες στα νότια της Κρήτης. Με τον έλεγχο, ανακαλύφτηκε η πειρατική λεία, και ο “Ηρακλής” οδηγήθηκε με το ζόρι στη Μάλτα. Εκεί οι έμποροι που είχαν προμηθεύσει την “Αλκηστη” αναγνώρισαν την πραμάτεια τους. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεψε και το ίδιο το βρετανικό πλοίο στη Μάλτα και οι ναυτικοί του αναγνώρισαν τους πειρατές.

Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει η οδύσσεια των επτά νεαρών Ελλήνων. Σε πέντε μήνες οδηγούνται στο ειδικό δικαστήριο της Μάλτας, όπου προεδρεύει ο αντιναύαρχος σερ Εντουαρντ Κόντρικτον. Τραγική ειρωνεία. Ο Κόντρικτον είναι βέβαια ο γνωστός ναύαρχος του αγγλικού στόλου, κατά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, που έσωσε την ελληνική επανάσταση τέσσερις μόλις μήνες νωρίτερα. Αλλά ο Κόντρικτον δεν είχε καμιά ιδιαίτερη συμπάθεια στους Ελληνες και πολύ λιγότερο στους Ελληνες πειρατές. Είχε στείλει πέντε φορές έγγραφες διαμαρτυρίες προς την ελληνική επαναστατική ηγεσία και την είχε επισκεφτεί στο Ναύπλιο, ζητώντας την περιστολή της πειρατείας, απειλώντας να πάρει μέτρα. Στη δίκη, πάντως δυσκολεύτηκε να καταδικάσει το πλήρωμα του “Ηρακλή”. Οι ένορκοι (τρεις Αγγλοι, τρεις Μαλτέζοι, τέσσερις Σικελοί, ένας Ισπανός και ένας Γάλλος) είχαν επηρεαστεί από την περιγραφή της επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα και από το γεγονός ότι το πλοίο που υπέστη την πειρατεία κατευθυνόταν προς ένα εχθρικό για τους Ελληνες λιμάνι (την Αλεξάνδρεια). Τελικά οι θανατικές καταδίκες που επιβλήθηκαν δεν ήταν δυνατόν να εκτελεστούν. Το Λονδίνο αποφάσισε την μετατροπή των ποινών σε καταναγκαστικά έργα στην Αυστραλία.

800px-Aus_layered_day(center)

Στο Σίδνεϊ οι επτά Ελληνες ορίστηκαν υπηρέτες των αποικιακών αρχών. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη δράση τους στην Αυστραλία, όμως κάποιες πηγές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πολύ γρήγορα αξιοποιήθηκαν οι ιδιαίτερες γνώσεις τους στην οινοποιϊα. Τελικά, το 1836, με βασιλική απόφαση, δόθηκε χάρη στους επτά ναυτικούς. Ηδη από το 1834, μετά την κήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, και κατόπιν ενεργειών των Υδραίων συγγενών τους, κινήθηκε η ελληνική διπλωματία για τον επαναπατρισμό των επτά. Την υπόθεση ανέλαβε προσωπικά ο Σπυρίδων Τρικούπης, και τελικά επιτεύχθηκε ελληνοβρετανική συμφωνία για την πλήρη απαλλαγή των ναυτικών και τη μεταφορά τους στην Ευρώπη. Η Ελλάδα υποχρεώθηκε μόνο να καταβάλει τα έξοδα της μεταφοράς: 4.921 δραχμές.

Από τους επτά οι πέντε επέλεξαν να επιστρέψουν. Οι δυο που αποφάσισαν να παραμείνουν στην Αυστραλία και να πάρουν τη βρετανική υπηκοότητα ήταν ο Αντώνης Μανώλης και ο Γκίκας Βούλγαρης. Για τον πρώτο δεν είναι γνωστό παρά μόνο ότι εργάστηκε ως κηπουρός και πέθανε το 1880. Ο Βούλγαρης, όμως, είχε καλύτερη τύχη. Αλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ, παντρεύτηκε μια νεαρή Ιρλανδή και έκανε δέκα παιδιά και 52 εγγόνια, στους οποίους άφησε μια μικρή περιουσία. Οι απόγονοί του φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, έχουν, όμως, πλέον ενταχθεί στην Ιρλανδική και την καθολική κοινότητα.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: